ΕπιστολέςΚύριο ΘέμαΤελευταία Νέα

Σκιές στο περιστύλιο της MARFIN- Άρθρο του δικηγόρου Ιωάννη Μπάρκα

του Ιωάννη Μπάρκα, Δικηγόρος – Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Ξάνθης

Η αναβίωση της υπόθεσης του θανάτου των 3 εργαζομένων της MARFIN 16
χρόνια μετά και η απόδοση των ποινικών ευθυνών για τους θανάτους αυτούς
σε 3 ανθρώπους εγείρει ερωτηματικά και καχυποψία. Γιατί τώρα; Γιατί
χρειάστηκαν τόσα χρόνια;
Στα παγκόσμια αστυνομικά και δικαστικά χρονικά έχουν καταγραφεί πολλές
ποινικές υποθέσεις που λύθηκαν μετά από πολλά χρόνια. Παρατηρείται
κυρίως στην Αμερική, όπου η παραγραφή δεν ισχύει στα σοβαρά
κακουργήματα π.χ. ανθρωποκτονία ή σε ορισμένα (ειδεχθή χαρακτηριζόμενα)
εγκλήματα κατά ανηλίκων. Oι αστυνομικές έρευνες είναι πάντα ενεργές, γιατί
οι δικογραφίες δεν αρχειοθετούνται. Οι υποθέσεις αυτές αναβιώνουν σε
ντοκιμαντέρ ή στα βιβλία του Grisham, του σπουδαιότερου για πολλούς, όπως
και για τον γράφοντα, εν ζωή συγγραφέα (πρώην δικηγόρο) δικαστικών
θρίλερ. Η πλοκή των βιβλίων του ακόμη και όταν είναι γραμμένη ως
λογοτεχνία είναι συναρπαστική. Εξάλλου, τα βιβλία και οι ταινίες από τη ζωή
αντλούν την πλοκή τους και οι Αμερικανοί ξέρουν το απλό να το κάνουν να
φαίνεται πολύπλοκο. Η υπόθεση της MARFIN κάλλιστα θα μπορούσε να έχει
αποτελέσει την κεντρική πλοκή ενός βιβλίου του.
Βέβαια, στην Αμερική παρατηρείται και το αντίστροφο φαινόμενο: η καταδίκη
ανθρώπων που αφού έχουν χάσει άδικα τη ζωή τους στη φυλακή, αν δεν την
έχουν χάσει κυριολεκτικά καταδικαζόμενοι και εκτελεσμένοι με θανατηφόρα
ένεση μετά από την επιβληθείσα σε βάρος τους θανατική καταδίκη, να
αθωώνονται στα βαθιά γεράματά τους ή να δικαιώνεται το όνομά τους μετά
θάνατον. Και γι’ αυτές τις περιπτώσεις έχουν γυριστεί σπουδαία ντοκιμαντέρ
και έχουν γραφεί, αντίστοιχα, σπουδαία βιβλία. Εντοπίζω αυτές τις δικαστικές
αστοχίες στο αμιγώς ορκωτό σύστημα. Τρανταχτό παράδειγμα δικαστικής
πλάνης από την ανάστροφη όψη, της αθώωσης, είναι η υπόθεση του O’ J
Simpson: αθωώθηκε από τους ενόρκους, ενώ όλα τα στοιχεία συνέτειναν στην
αναντίρρητη ενοχή του για τον θάνατο της συζύγου του. Στο Αγγλοσαξωνικό

2

σύστημα για την παραπομπή του κατηγορουμένου απαιτούνται αυστηρές
προϋποθέσεις. Στην παραπομπή δεν εμπλέκονται ένορκοι.
Στη χώρα μας είναι σπάνιες οι λαθεμένες δικαστικές κρίσεις για τόσο σοβαρά
αδικήματα. Το δικό μας δικαστικό σύστημα, όπως και των λοιπών χωρών που
ακολουθούν το ηπειρωτικό μοντέλο παρέχει εχέγγυα ορθοδικίας, αποτρεπτικά
αστοχιών, τουλάχιστον σε σχέση με το ορκωτό σύστημα. Αλλά, αντίστοιχα, και
στη χώρα μας έχουν υπάρξει υποθέσεις που έχουν λυθεί ή πιο σωστά -όπως
πρέπει κατά την ποινική δικονομία και το Σύνταγμα να είναι η διατύπωση-
μετά από χρόνια ερευνών κατέληξαν στην ταυτοποίηση συγκεκριμένων
δραστών και τους αποδόθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες και
παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο μοναδικό αρμόδιο θεσμό να κρίνει εάν
τέλεσαν τις πράξεις αυτές ή όχι, το Δικαστήριο. Αυτό ξεχνιέται στην
περίπτωσή μας, όπως ξεχνιέται ότι είναι άλλο πράγμα η αστυνομική έρευνα
και τα πορίσματά της που επεξεργαζόμενα, αρχικά, από τον Εισαγγελέα
οδηγούν στην απόδοση συγκεκριμένων κατηγοριών για συγκεκριμένες
πράξεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα και άλλο πράγμα η δίκη και η καταδίκη
των ίδιων αυτών ανθρώπων. Το εξηγώ παρακάτω. Ενδεικτικές υποθέσεις: η
εξαφάνιση και δολοφονία μητέρας και κόρης στα Πετράλωνα το 2007,
ταυτοποιήθηκαν οι δράστες το 2020, η δολοφονία επιχειρηματία στο Βόλο το
2009, ταυτοποιήθηκε ο δράστης το 2020, η διπλή δολοφονία στο Κολωνάκι το
1997, ταυτοποιήθηκε ο δράστης το 2016, το ριφιφί στην Κηφισιά το 2008,
ταυτοποιήθηκε ο δράστης μετά 17 χρόνια, η δολοφονία κτηνοτρόφου στο
Καστέλι Κρήτης το 2007, ταυτοποιήθηκε ο δράστης το 2024 και τελευταία η
δολοφονία της 54χρονης Αγγλίδας Jean Hanley, το πτώμα της οποίας είχε
βρεθεί να επιπλέει στο λιμάνι του Ηρακλείου το Μάρτιο του 2009 και τελικά
κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε πρόσφατα ο για 10 ημέρες Κρητικός
σύντροφός της.
Στις πιο πάνω υποθέσεις ακολουθήθηκε η γνωστή δικονομικά διαδικασία:
σύλληψη υπόπτων με ένταλμα σύλληψης από τον ανακριτή, όπως και στην
υπόθεση της MARFIN, ταυτοποίησή τους ως δραστών, παραπομπή σε δίκη
και καταδίκη τους εφόσον τα στοιχεία συνέτειναν στην ενοχή τους, όπως τούτο
κρίθηκε από το δικαστήριο που τους δίκασε.

3

Γιατί να μην ανήκει και η υπόθεση της Marfin στις υποθέσεις που λύθηκαν
μετά από 16 χρόνια; Δεν έχουν παραγραφεί τα κακουργήματα: η
ανθρωποκτονία κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο παραγράφεται το 2036. Με
την άσκηση ποινικής δίωξης, όπως εδώ, παραγράφεται το 2041. Η έρευνα για
τους υπαιτίους δε σταμάτησε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό
πληροφορούμαστε και είναι και λογικό να μην έχουν σταματήσει οι έρευνες: η
υπόθεση στοιχειώνει 16 χρόνια τις Αστυνομικές Αρχές, τη Δικαιοσύνη, την ίδια
την κοινωνία. Και γιατί, άραγε, να δημιουργείται καχυποψία ότι οι συλλήψεις
αυτές είναι άδικες και εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες; Εάν
αποκαλυφθούν νέα στοιχεία για κάποιο έγκλημα 16 χρόνια αργότερα η
αστυνομία και η προϊστάμενή τους Αρχή, η Εισαγγελία, θα πρέπει να το
αποσιωπήσει, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση κοινωνικής
καχυποψίας; Αυτό θα ήταν επικίνδυνο για το ίδιο το πολίτευμά μας.
Υπάρχουν, όμως, κατά τη γνώμη μου συγκεκριμένα δεδομένα του
παρελθόντος της υπόθεσης αυτής και των περιστάσεων και συνθηκών του
πολιτικού μας βίου, τα οποία συνδυαζόμενα αποτελούν δηλητηριώδη συνθήκη
για την αξιοπιστία της αστυνομικής έρευνας και τα πορίσματά της. Ο ψυχισμός
του μέσου πολίτη είναι πλήγωμένος βαθιά από την αίσθηση ότι το Κράτος δεν
είναι δικό του, αλλά ανήκει σε μία κάστα που το λυμαίνεται, που κάνει ό,τι
θέλει κατά το προσωπικό της συμφέρον και οι ίδιοι είναι κομπάρσοι σε ένα
έργο το οποίο αδυνατούν να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν ενεργά.
Δεν έχουν καμία συμμετοχή στην πλοκή της ιστορίας. Θα πληροφορηθούν
μόνο το τέλος του έργου, όταν δε θα χρειάζονται πλέον ούτε οι κομπάρσοι.
Και εξηγούμαι:
α) Η υπόθεση αυτή εκδικάστηκε σε ποινικό επίπεδο με τα ίδια πραγματικά
περιστατικά ήδη το 2016 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών και με μία
ταχύτατη διαδικασία, όπως πληροφορήθηκα, το Δικαστήριο οδηγήθηκε σε
ομόφωνη (λαϊκών και τακτικών δικαστών) αθωωτική κρίση, – το 2011 είχε
κατηγορηθεί, το 2013 παραπέμφθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου
Πλημμελειοδικών, το 2016 αθωώθηκε.
β) Με περισσή ευκολία παρουσιάστηκαν τα φερόμενα ως νέα στοιχεία που
ταυτοποίησαν, αρχικά, σε επίπεδο αστυνομικής έρευνας τους 3 φερόμενους

4

ως δράστες, όπου μάλιστα γίνεται αναφορά σε μία ανώνυμη, ουσιαστικά,
πληροφορία μέσω email, που οδήγησε στην επανεκκίνηση της έρευνας, όπως
σε ανώνυμη πληροφορία από το 2011 είχε βασισθεί η παραπομπή του
κατηγορουμένου το 2016. Η ανάκριση είναι μυστική. Η μυστικότητα καλύπτει
και την αστυνομική προανάκριση. Εδώ μάθαμε τη δικογραφία.
γ) Εκδόθηκε σε βάρος τους ένταλμα σύλληψης χωρίς καν να ακουστούν οι
κατηγορούμενοι, τουλάχιστον οι 2 αφού η 3 η απουσίαζε στην Αγγλία και
ζήτησε όμως να επιστρέψει στην Ελλάδα και να αντιμετωπίσει την κατηγορία.
Θα μπορούσε να αντιλέξει δικονομικά στην έκδοσή της. Η Μ. Βρετανία είναι
φειδωλή στις εκδόσεις της, από τον δικτάτορα της Χιλής Πινοσέτ μέχρι την
Αντωνία Ηλία, κατηγορούμενη για το λεγόμενο παραδικαστικό δείχνει
σθεναρότητα στις εκδόσεις.
δ) Η Marfin σύμφωνα με τον τύπο ήταν η μοναδική τράπεζα που λειτουργούσε
εκείνη την ημέρα, ενώ οι υπεύθυνοι της τράπεζας έχουν καταδικασθεί
αμετάκλητα για παραλείψεις τους στα μέτρα ασφαλείας εκείνης της ημέρας. Τα
Δικαστήρια, α΄ και β’ βαθμού, που τους δίκασαν έκριναν ότι αυτές οι
παραλείψεις τους αιτιωδώς οδήγησαν στο θάνατο τριών ανθρώπων και στον
τραυματισμό άλλων.
ε) Ο αρμόδιος υπουργός, ο οποίος είναι λογικό να έχει ιδιαίτερο προσωπικό
ενδιαφέρον για την υπόθεση, αφού στη δική του θητεία ως υπουργός
δημόσιας τάξης στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου κάηκε η τράπεζα, εμφάνισε
με δηλώσεις του το ζητούμενο ως δεδομένο, «Η Δημοκρατία μας είναι πολύ
ισχυρή και πάντα νικά στο τέλος. Δεν νικά εκδικητικά. Οι νίκες της έχουν να
κάνουν με τη δικαίωση και την απόδοση δικαίου που πρέπει, κάθε φορά, να
γίνεται στο πλαίσιο του Συντάγματος και των Νόμων. Δεν νοείται έγκλημα –
αφαίρεση ζωής, χωρίς απόδοση δικαιοσύνης. Δεν νοείται δημοκρατία χωρίς
απόδοση δικαιοσύνης. Και δεν νοείται κάποιοι να έχουν πάρει για τον εαυτό
τους ένα προνόμιο, να επιχειρούν να φοβίσουν κάποιους άλλους. Τότε η
Δημοκρατία υφίσταται πλήγμα. Αλλά, η Δημοκρατία και σήμερα, όπως και στο
παρελθόν, αλλά ακόμη περισσότερο αύριο, είναι ισχυρή και νικά», είπε.

5

Συμφωνώ στα λεγόμενα του Υπουργού μέχρι κεραίας. Αλλά οι
δηλώσεις αυτές θα έπρεπε να γίνουν μετά την εκδίκαση της υπόθεσης σε β’
βαθμό, δηλαδή μέχρι να αποφασίσουν αμετάκλητα τα αρμόδια Δικαστήρια ότι
οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι. Αντιδιαστέλλεται αυτή η αντίδρασή του με
τόσο ριζικό τρόπο μ’ αυτά που ορίζει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Μέχρι
να δικαστούν και καταδικαστούν αμετάκλητα όλοι οι κατηγορούμενοι σε όλο
τον κόσμο, ανεξαρτήτως του νομικού συστήματος της χώρας όπου δικάζονται
τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη τους. Υπολογίζεται ότι το
τεκμήριο αθωότητας με τη μορφή και διατύπωση που το ξέρουμε και στη
χώρα μας εφαρμόζεται σε όλες τις δημοκρατικές χώρες. Μπορεί να
εφαρμόζεται και σε μη δημοκρατικές χώρες ή σε χώρες με κατ’ επίφαση
δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά με στοιχειώδη νομική λογική: διαφορετικά τί θα
εξυπηρετούσε ο β’ βαθμός δικαιοδοσίας, είναι η καίρια ερώτηση. Γιατί είναι
κοινός τόπος σε όλα τα νομικά συστήματα ότι υπάρχει χαώδης διαφορά
μεταξύ αποδίδω κατηγορία σε κάποιον και καταδικάζω κάποιον. Στο διάστημα
αυτό, χρονικό και δικονομικό, περικλείονται οι σπουδαιότερες και
θεμελιωδέστερες αρχές του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας
οποιασδήποτε συντεταγμένης Πολιτείας. Ο καθένας τεκμαίρεται αθώος μέχρις
αποδείξεως του αντιθέτου. Η απόδειξη του αντιθέτου μπορεί να προέλθει
μόνον από τα δικαστήρια. Τα δικαστήρια καταδικάζουν και τα δικαστήρια
αθωώνουν. Κανένας άλλος.
Πρόσφατα ο Ευάγγελος Μαρινάκης δικαιώθηκε από το ΕΔΔΑ επί της
προσφυγής που είχε ασκήσει κατά της Ελλάδος (προσφυγή αριθμ. 25916/18
και 37429/18) για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας αναφορικά με
δηλώσεις και χαρακτηρισμούς σε βάρος του από την υπηρεσία Τύπου του
Πρωθυπουργού, τηλεοπτικές δηλώσεις του τότε Υπουργού Εθνικής Άμυνας
και του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης που τον χαρακτήριζαν «ναρκέμπορο» και
«Εσκομπάρ» ενόσω εκκρεμούσε η σε βάρος του ποινική διαδικασία για την
υπόθεση του Nor 1. Για την υπόθεση αυτή αθωώθηκε με αμετάκλητο
βούλευμα. Συμπαθούμε ή αντιπαθούμε ή αδιαφορούμε για τον Μαρινάκη την
κέρδισε την προσφυγή στο ΕΔΔΑ, παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητάς
του και όχι από κάποιο ΜΜΕ, αλλά από κρατικούς αξιωματούχους.

6

Δε γνωρίζω τη δικογραφία και τα στοιχεία της υπόθεσης MARFIN. Οι
πληροφορίες μου προέρχονται από τον Τύπο και από τηλεφωνικές συνομιλίες
για τις ανάγκες σύνταξης του παρόντος με έναν εκ των συνηγόρων
υποστήριξης της κατηγορίας στην υπόθεση MARFIN, εξαίρετο συνάδελφο
Αθηνών και πολύ καλό φίλο. Γνωρίζω, όμως, ότι μία υπόθεση φέρεται να έχει
λυθεί σε επίπεδο αστυνομικής προανάκρισης και έρευνας 16 χρόνια μετά με
βάση την επανεξέταση του υπάρχοντος από 16ετιας οπτικοακουστικού υλικού,
αλλά με καταλυτικό νέο εισφερθέν στοιχείο ένα ανώνυμο email που
κατονομάζει τους δράστες. Αυτό από μόνο του καθιστά την υπόθεση
αποδεικτικά προβληματική και τις διατυπωθείσες πρώιμα, δικονομικά και
ουσιαστικά, βεβαιότητες τουλάχιστον ύποπτες ή αφελείς. Υπό δικονομικές
περιστάσεις και συνθήκες, συνδυαστικές, μπορούν και να ληφθούν υπόψη τα
ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, αν και είμαι βέβαιος ότι η αξιολόγηση του υλικού
θα συναντήσει σθεναρή, μέχρις εσχάτων, αντίδραση από την υπεράσπιση
ήδη από το στάδιο της ανάκρισης. Όπως αντίστοιχα υπολογίζω να
αμφισβητηθεί η αξιοπιστία όλων των αποδεικτικών στοιχείων σε όλα τα στάδια
της δίκης και εξέτασης της υπόθεσης, σε όλους τους βαθμούς της εγχώριας
ποινικής δικαιοσύνης, αλλά είναι βέβαιο πως θα φτάσει μέχρι και το ΕΔΔΑ. Το
νομικό κομμάτι θα το αντιμετωπίσουν οι δικηγόροι της υπόθεσης.
Εδώ η ιδιαιτερότητα στην αντιμετώπιση αυτής της υπόθεσης σε επίπεδο
κοινωνικό έχει να κάνει με το γεγονός ότι συνιστά την αντίστροφη όψη του
κοινού περί δικαίου αισθήματος. Παρουσιάζονται κατά καιρούς υποθέσεις που
προκαλούν τα αντανακλαστικά της κοινωνίας, γιατί από το είδος και τον τρόπο
τέλεσης των πράξεων αμφισβητούνται υπέρτατες αξίες π.χ. η έννοια της
πατρίδας, η παιδική ηλικία, η τρίτη ηλικία, η ατομική και οικογενειακή
ασφάλεια. Στις περιπτώσεις αυτές η κοινωνία επιζητά την ιδιαίτερη
αποδοκιμασία του δράστη, την παραδειγματική τιμωρία του – στις πιο ακραίες
αντιδράσεις να κρεμάσουμε το δράστη στην πλατεία ή να τον βάλουμε μέσα
και να πετάξουμε το κλειδί.
Η υπόθεση της MARFIN ευχερώς θα μπορούσε να έχει προκαλέσει το «κοινό
περί δικαίου αίσθημα». Τι πιο ειδεχθές να χάνει τη ζωή της μία νέα
εγκυμονούσα γυναίκα, επειδή έτυχε να εργάζεται τη συγκεκριμένη ημέρα;
Ποιος δε θα δικαιολογούσε ακόμη και οργισμένες κοινωνικές αντιδράσεις κατά

7

των κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές; Κι όμως η κοινωνία παραμένει
βουβή και περιμένει. Δε συμμερίζεται τον πανηγυρικό του Υπουργού.
Δυσπιστεί. Η κοινωνία θέλει να πειστεί ότι πράγματι οι συλλήψεις αυτές
ανταποκρίνονται σε υπαρκτά (νέα) αποδεικτικά στοιχεία. Δεν είναι
φτιασιδωμένες.
Η κα. Καραγιάννη που εργαζόταν στην τράπεζα εκείνη την ημέρα – η γυναίκα
που έχει βγει σε κατάσταση απόγνωσης στο μπαλκόνι του νεοκλασικού
κτιρίου και από πίσω της φωτιά και καπνός, όπως αποτυπώνεται στη
συγκλονιστική φωτογραφία που είχε ληφθεί από την τότε Ελευθεροτυπία στο
περιστύλιο της τράπεζας- η οποία βίωσε τον απόλυτο φόβο και το φάσμα του
θανάτου κατά την επίθεση δήλωσε σε αντίστιξη με τη βεβαιότητα του
Υπουργού: ««Όποιος δεν το έχει ζήσει αυτό, δεν μπορεί να αντιληφθεί το
πόσο έχουμε καταρρακωθεί εμείς. Έχουμε αρρωστήσει και δεν θα
επανέλθουμε ποτέ»…. «Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν
ταραχή. Αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα την είδηση, καθώς μου έχουν
δοθεί αφορμές από το παρελθόν. Ο φάκελος άνοιξε άλλες 2-3 φορές. Δικαίως
αισθάνομαι και θυμό, γιατί τόσα χρόνια δεν έχουν αποκαλυφθεί οι δράστες.
Πιστεύω ότι τους ξέρανε, τους ξέρουν, και δεν γνωρίζω γιατί δεν τους
αποκαλύπτουν. Επιπλέον, μου προκαλεί οργή το ενδεχόμενο, να
χρησιμοποιηθεί η τραγωδία για πολιτικούς λόγους. Δεν θα ήθελα να γίνει για
ακόμη μία φορά, γιατί έχουν εκμεταλλευθεί πολιτικά τις ψυχές μας και τον πόνο
των συγγενών που είναι σε άθλια κατάσταση».
Και είναι αυτή η δήλωση που περικλείει όλη την κοινωνική καχυποψία και
προσμονή που δεν αφήνει το κοινό περί δικαίου αίσθημα να εκφραστεί. Γιατί
από τη μία υπάρχουν σκιές στο σύνολο της υπόθεσης αυτής και από την άλλη
υπάρχει διάρρηξη της εμπιστοσύνης των πολιτών με τους βασικούς θεσμικούς
πυλώνες. Το θριαμβευτικό ύφος του υπουργού ενισχύει αυτή την αποξένωση.
Τα μόνα αρμόδια να διώξουν τις σκιές είναι τα Δικαστήρια που θα επιληφθούν.
Μόνο αυτά θα μιλήσουν για τη MARFIN μέσα από μία δίκαιη και στέρεη
ποινική διαδικασία. ‘Ετσι θα κερδίσει η Δημοκρατία, είτε αθωωθούν είτε
καταδικασθούν οι κατηγορούμενοι.

Σχετικά Άρθρα