Του Σταύρου Καρυπίδη
Στην Ξάνθη, οι οικογένειες δεν παλεύουν πλέον μόνο για να τα βγάλουν πέρα. Παλεύουν για να μπορέσουν να προσφέρουν στα παιδιά τους κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: το δικαίωμα στη μόρφωση.
Σε έναν από τους φτωχότερους νομούς της χώρας, η πραγματικότητα για μια οικογένεια που έχει δύο εργαζόμενους γονείς είναι σκληρή. Ακόμη και με δύο μισθούς των 1.500 ή 1.700 ευρώ, το κόστος για ένα παιδί που θα φύγει από την Ξάνθη προκειμένου να σπουδάσει μπορεί να γίνει δυσβάσταχτο.
Μόνο ένα ενοίκιο μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα 700 ευρώ τον μήνα. Αν προστεθούν το ρεύμα, τα κοινόχρηστα, το τηλέφωνο, οι μετακινήσεις, το φαγητό, τα εισιτήρια για την επιστροφή στο σπίτι και όλα τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα, το κόστος της φοιτητικής ζωής μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα 1.000-1.100 ευρώ τον μήνα.
Και τότε αρχίζει ο πραγματικός αγώνας.
Πώς μπορεί μια οικογένεια να αντέξει αυτό το κόστος χωρίς να στερηθεί η ίδια βασικές ανάγκες;
Και ας μη γίνει η εύκολη επίκληση στις φοιτητικές εστίες. Η εξασφάλιση μιας θέσης σε εστία δεν είναι αυτονόητη. Οι διαθέσιμες θέσεις δεν επαρκούν για όλους τους φοιτητές που χρειάζονται στέγαση και η δωρεάν φοιτητική κατοικία δεν αποτελεί καθολική παροχή για κάθε παιδί που φεύγει από τον τόπο του για να σπουδάσει.
Το ίδιο ισχύει και για τη σίτιση. Υπάρχουν προϋποθέσεις, διαδικασίες και περιορισμοί. Δεν μπορεί κάθε οικογένεια να θεωρεί δεδομένο ότι το παιδί της θα έχει καθημερινά δωρεάν φαγητό στις πανεπιστημιακές δομές.
Άρα, τι μένει;
Μένει η οικογένεια να πληρώνει.
Το ενοίκιο. Το ρεύμα. Τα κοινόχρηστα. Το φαγητό. Τις μετακινήσεις. Τα εισιτήρια για να επιστρέφει το παιδί στο σπίτι. Τα βιβλία και ό,τι άλλο χρειάζεται ένας φοιτητής για να ζήσει και να σπουδάσει.
Και μετά μιλάμε για «ίσες ευκαιρίες».
Ποιες ίσες ευκαιρίες υπάρχουν όταν ένα παιδί μπορεί να έχει γράψει άριστα στις Πανελλαδικές, να έχει πετύχει στη σχολή που ονειρεύεται, αλλά η οικογένειά του να μην μπορεί να σηκώσει οικονομικά το βάρος της φοιτητικής ζωής;
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Η ακρίβεια δεν είναι πλέον ένας αριθμός στις ειδήσεις. Είναι ο γονιός που κάθεται στο τραπέζι και κάνει λογαριασμό. Είναι το χαρτί με τα έξοδα μπροστά του και η αγωνία για το αν στο τέλος του μήνα θα περισσέψει κάτι.
Και το πιο οδυνηρό είναι ότι υπάρχουν οικογένειες που μπορεί να βρεθούν μπροστά σε μια αδιανόητη επιλογή: να πουν στο παιδί τους «δεν μπορούμε να σε στείλουμε».
Όχι επειδή δεν προσπάθησε.
Όχι επειδή δεν πέτυχε.
Όχι επειδή δεν αξίζει.
Αλλά επειδή οι γονείς του δεν μπορούν να πληρώσουν το κόστος.
Αυτό δεν είναι ισότητα ευκαιριών. Είναι ένας οικονομικός φραγμός που μπορεί να στερήσει από ένα παιδί την ευκαιρία να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για ανάπτυξη, δείκτες και στατιστικά στοιχεία. Οι οικογένειες της Ξάνθης, όμως, μετρούν ευρώ-ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η παιδεία δεν μπορεί να γίνεται προνόμιο εκείνων που έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν 1.000 και 1.100 ευρώ κάθε μήνα για να σπουδάσει το παιδί τους σε μια άλλη πόλη.
Η Ξάνθη δεν ζητά προνόμια.
Ζητά το αυτονόητο.
Να μπορούν τα παιδιά της να σπουδάζουν χωρίς οι γονείς τους να οδηγούνται σε οικονομική εξόντωση.
Γιατί όταν ένας νέος άνθρωπος έχει τη θέληση, την ικανότητα και την επιτυχία, αλλά η οικογένειά του δεν έχει τα χρήματα για να τον στηρίξει, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο παιδί.
Βρίσκεται στην κοινωνία που του κλείνει την πόρτα.
Και αυτό είναι ένα ερώτημα που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει: Πώς ακριβώς θα στείλει σήμερα μια οικογένεια της Ξάνθης το παιδί της να σπουδάσει, όταν το κόστος μιας φοιτητικής ζωής μπορεί να ξεπερνά τα 1.100 ευρώ τον μήνα;
Γιατί η μόρφωση δεν μπορεί να είναι ταξικό προνόμιο.
Και η Ξάνθη δεν ζητά τίποτα περισσότερο από το δικαίωμα των παιδιών της να σπουδάσουν.




