Ημέρα μνήμης, τιμής και χρέους για τα 353.000 θύματα μιας απάνθρωπης θηριωδίας. Ημέρα μνήμης του συγκλονιστικού δράματος ενός λαού, ενός τόπου, της γης του Πόντου, που για περίπου 3.000 χρόνια υπήρξε το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και η Ορθοδοξία.
Όταν και το τελευταίο προπύργιο της Ελλάδος, η ένδοξη αυτοκρατορία των Κομνηνών, κατέπεσε το δίσεκτο 1461, οκτώ χρόνια μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας, ο Ελληνισμός καταδικάστηκε σε πολύχρονη υποδούλωση. Οι Πόντιοι, μη ξεχνώντας την ένδοξη προέλευσή τους και φέροντας βαριά τη σκλαβιά, καταφεύγοντας σε κρύπτες και απόκρημνα βουνά, με πόνο, θλίψη και καημό, εμψυχώνονταν από το ονειροπόλο τραγούδι: «Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν, η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο…»
Πάνω στους σκελετούς του υποταγμένου έθνους άρχισε μια νέα βλάστηση, εμπνευσμένη από τη φανατισμένη πίστη και το δίκαιο. Από τα ερείπια της αυτοκρατορίας άνθισε μια μακρινή Ελλάδα, ανθηρή και γεμάτη σφρίγος. Η Ελλάδα του Πόντου, πλούσια σε αισθήματα, αγνή σε φρόνημα, ποτισμένη με τα ιδεώδη του έθνους, ισχυρή στην ορθόδοξη πίστη και δημιουργική σε έργα πολιτισμού. Ο αλησμόνητος Πόντος, με τρισχιλιόχρονη ιστορία, ήκμαζε και ανθούσε, διατηρώντας μέσα στο αγριότερο και σκληρότερο περιβάλλον χαλύβδινη την ελληνική ψυχή, αλώβητη την πίστη και ασάλευτη την αγάπη προς την ελληνική πατρίδα.
Οι χριστιανοί εκδιώκονται και περιθωριοποιούνται. Οι εκκλησίες μετατρέπονται σε τεμένη. Η ζωή του υπόδουλου ποντιακού ελληνισμού σημαδεύεται από την εκμετάλλευση και τα φαινόμενα της φεουδαρχίας. Κι όμως, αντιστέκεται, διατηρώντας τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, τους θεσμούς της οικογένειας και την Ορθοδοξία, με ζωντανή τη συνείδηση της ελληνικής του ταυτότητας.
Η ζοφερή αυτή περίοδος άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται με την εφαρμογή δύο μεταρρυθμιστικών διαταγμάτων, του Χάτι Σερίφ (1839) και του Χάτι Χουμαγιούν (1856), που εξέδωσε η Πύλη κάτω από τις ασφυκτικές πιέσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων, λίγο πριν από τη συνθήκη ειρήνης με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου.
Ο ποντιακός ελληνισμός εγκατέλειψε τα κρησφύγετά του και κατέβηκε στις παραλιακές περιοχές, όπου έκτισε καινούργια χωριά, εκκλησίες και σχολεία. Σε σύντομο χρονικό διάστημα πήρε ξανά στα χέρια του το εμπόριο ολόκληρου του Εύξεινου Πόντου και της ενδοχώρας, ελέγχοντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομία της περιοχής. Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν στην αύξηση του ποντιακού πληθυσμού, στην καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και στην ανάπτυξη της νεοελληνικής συνείδησης.
Οι επιτυχίες των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη σχεδόν απώλεια εδαφών της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας, άρχισαν να δημιουργούν φοβίες για τον ολοσχερή αφανισμό των Οθωμανών ως έθνους. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης ξύπνησε μέσα τους. Νιώθοντας θανατηφόρο μίσος για τις γειτονικές χώρες, κυρίως την Ελλάδα, ποθούσαν να τους δοθεί η ευκαιρία να εκδικηθούν για τις απώλειες και τις ταπεινώσεις τους.
Οι αγριότητες που διέπραξαν οι Οθωμανοί Τούρκοι εναντίον των Ελλήνων στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, αλλά και όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, είχαν ως βάση τις ιδεολογίες των Νεοτούρκων, που κυριάρχησαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία αρχικά ως «Επιτροπή Ένωσης και Προόδου» μεταξύ 1889-1926. Υποκίνησαν την Επανάσταση του 1908, αποκατέστησαν το Σύνταγμα και κυβέρνησαν δικτατορικά από το 1913 έως το 1918, ευθυνόμενοι για γενοκτονίες κατά Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.
Τα σχέδια των εθνικιστών Νεότουρκων για το ελληνικό στοιχείο της Τουρκίας ανακοίνωσε ο γεννημένος στη Θεσσαλονίκη Ναζίμ Μπέης, εξέχον ανώτερο στέλεχος της «Επιτροπής Ένωσης και Προόδου» (CUP), που έπαιξε κεντρικό ρόλο στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σε συνέντευξή του σε Έλληνες και ξένους στη Σμύρνη στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1908, η οποία δημοσιεύτηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1908 στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ», φύλλο 2126.
Σε συνεργασία με το Βερολίνο, το οποίο επεδίωκε να προσεταιριστεί την Τουρκία για τον επικείμενο μεγάλο πόλεμο και να διεισδύσει οικονομικά στην υπανάπτυκτη Τουρκία, προσκαλείται το 1912 ο στρατηγός Λίμαν φον Σάνδερς μαζί με πενήντα ακόμη αξιωματικούς για να αναδιοργανώσουν τον τουρκικό στρατό.
Από τη στιγμή εκείνη ο Ελληνισμός μπαίνει στο στόχαστρο. Με πρόσχημα δήθεν στρατιωτικούς σκοπούς, μεγάλο μέρος του πληθυσμού εκτοπίζεται είτε σε άλλες χώρες είτε στο εσωτερικό της χώρας. Παράλληλα, οι νέοι καλούνται να καταταγούν στον τουρκικό στρατό. Όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τη θητεία τους, και επειδή δεν τους επέτρεπαν να φέρουν όπλα λόγω καχυποψίας, κατατάσσονταν στα λεγόμενα τάγματα εργασίας, όπου οδηγούνταν σκόπιμα σε εξόντωση μέσω υπερβολικής εργασίας και ανεπαρκούς τροφής.
Το 1915 ακολουθεί η εξόντωση των Αρμενίων. Ο αρμενικός λαός έζησε την πιο ακραία μορφή εθνικιστικού φανατισμού, με σκοπό τον αφανισμό ενός ολόκληρου έθνους. Αμέσως μετά έρχεται η σειρά των Ελλήνων. Μετά τη διεθνή κατακραυγή για τη βία κατά των Αρμενίων, επινοούνται νέοι τρόποι εξόντωσης, ώστε να μην προκληθεί ο «πολιτισμένος» κόσμος. Φωτιές, λεηλασίες, σκοτωμοί, ακολασίες, τα διαβόητα τάγματα εργασίας «Αμελέ Ταμπουρού», ατέλειωτες πορείες «λευκού θανάτου» για γέροντες και γυναικόπαιδα, στο κρύο και την παγωνιά ή κάτω από τον καυτό ήλιο, χωρίς νερό και τροφή. Δικαστήρια-παρωδίες στήνονται για να οδηγήσουν στην κρεμάλα τη θρησκευτική, πολιτική και πνευματική ηγεσία της Αμισού, της Πάφρας και άλλων περιοχών. Κακουχίες, σκοτωμοί και βιασμοί αποτέλεσαν το αποκορύφωμα μιας θηριωδίας που κράτησε χρόνια.
Στις 19 Μαΐου, με την άφιξη του Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη φάση της γενοκτονίας, που διαρκεί έως το 1923.
Η δεύτερη φάση της γενοκτονίας είναι ακόμη πιο σκληρή, με αποτέλεσμα να δυναμώσει περισσότερο το αντάρτικο στον Πόντο, με θρυλικούς καπετάνιους όπως ο Βασίλειος Ανθόπουλος (Βασίλ Αγάς), ο Στυλιανός Κοσμίδης (Στυλ Αγάς), ο Βασίλης Τσαουσίδης (Πιτς Βασίλ), ο Καπετάν Ευκλείδης στα βουνά της Σάντας, η αντάρτισσα Πελαγία και πολλοί άλλοι.
Φόνοι, βιασμοί, εμπρησμοί, σπαραγμός, αφανισμός, ξεριζωμός. Γενοκτονία. Κι όλα με μίσος. Αφάνταστο μίσος. 353.000 νεκροί.
«Είδαμε την τιμή να ατιμάζεται, είδαμε τον ήλιον κόκκινον και τον ουρανόν, και τον Θεόν να εντρέπεται διότι έπλασε Τούρκους εις τον κόσμον», γράφει σε επιστολή του ο καθηγητής του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας Φίλιππος Χειμωνίδης.
Κάποτε ήρθε το τέλος. Έσβησε η Ελλάδα του Πόντου. Χάθηκαν πατρίδες μυρωμένες από τις ανάσες του πεύκου και το άρωμα από τα τσιτσέκια, τα μάραντα και τα μανουσάκια. Τραγουδισμένες με το κελάρυσμα των νερών, τα τιτιβίσματα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων και τη λαλιά της ποντιακής λύρας.
Με ματωμένη ψυχή έφευγαν για τη μητέρα Ελλάδα. Τους ξεκλήριζαν από τη γη των πατεράδων τους. Αλλά και εδώ, στην αγκαλιά της μάνας Ελλάδας, τα προβλήματα ήταν πολλά και οι συνθήκες επιβίωσης απερίγραπτες.
Σκόρπισαν σε χωριά και πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης, στους συνοικισμούς της πρωτεύουσας και σε άλλες περιοχές. Οι χιλιάδες πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα έφεραν μαζί τους το φως. Πλούτισαν τα γράμματά μας, την οικονομία μας, την Εκκλησία μας και τους θεσμούς μας. Ενίσχυσαν την ελληνική ταυτότητα.
«Το 1922 και όχι το 1912 εγεννήθη η νέα Ελλάς και οι πρόσφυγες υπήρξαν το νέο αίμα της», έγραψε ο Σπύρος Μαρκεζίνης.
Η 19η Μαΐου δεν είναι μόνο η ημέρα που αποτίνουμε φόρο τιμής στα θύματα της Γενοκτονίας, αλλά και ημέρα κατά την οποία οι Έλληνες οφείλουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το χρέος που μας βαραίνει όλους. Να αντισταθούμε στο έγκλημα της γενοκτονίας της μνήμης και να καλέσουμε την τουρκική κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της. Η αποδοχή αυτού του εγκλήματος θα είναι πράξη γενναιότητας.
Η μνήμη είναι η λαλιά της ψυχής. Την ημέρα αυτή, και όχι μόνο, μιλά η ψυχή μας.
Οι 353.000 πρόγονοί μας στον Πόντο, θύματα ενός βάρβαρου εγκλήματος, μαζί με τα εκατομμύρια των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων χριστιανών της ευρύτερης Μικράς Ασίας, στέκονται μαζί μας. Στέκονται μαζί μας κατήγοροι. Κοιτούν πίσω με μάτια κενά, χαραγμένα στην ιστορία, και λένε: «Μην κλέβετε τη μνήμη μας. Αυτή η λέξη μάς ανήκει».
Οι «φωνές» των αθώων θυμάτων μάς καλούν. Οι ένοχοι να αναγνωρίσουν το έγκλημά τους.
Ο αγώνας της διεκδίκησης δεν έχει τα χαρακτηριστικά του μίσους και της αντεκδίκησης. Μοναδικός στόχος είναι η δικαίωση και η ήττα των πολιτικών νοοτροπιών.
«Δεν φυλάμε τη μνήμη για να τιμήσουμε τους νεκρούς· τη φυλάμε για να ντροπιάσουμε τους ζωντανούς που θα τολμούσαν να επαναλάβουν τα εγκλήματά τους», γράφει ο Σάι Γκαλ.
Αιώνια η μνήμη τους.
Ρωμανίδης Νεοφ. Θεόδωρος





