Του Ιωάννη Χ. Μπάρκα
Δικηγόρου – Αντιπρόεδρου του Δ.Σ. Ξάνθης
Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν
To 2001 έκανε πρεμιέρα η ταινία «ΜΠΡΑΖΙΛΕΡΟ» του Σωτήρη Γκόριτσα, επενδεδυμένη με την καταπληκτική μουσική του Πορτοκάλογλου και το διαχρονικό τραγούδι «Θάλασσα μου σκοτεινή». Η θεματογραφία αφορούσε τις προσπάθειες που κατέβαλε ένας μεσήλικας Έλληνας της νησιωτικής επαρχίας, επιχειρηματίας και ποδοσφαιρικός παράγοντας της τοπικής ομάδας, να αποφύγει τον έλεγχο της ΕΕ για την επιδότηση που έλαβε πριν από δέκα χρόνια, για να χτίσει δήθεν ένα πολιτιστικό κέντρο. Η επιδότηση, όμως, αναλώθηκε για την αγορά ενός Βραζιλιάνου ποδοσφαιριστή που αποδείχθηκε τελικά και ανεπαρκής: η ομάδα υποβιβάστηκε. Η ερμηνεία του Στέλιου Μάϊνα στο ρόλο του αναπάντεχα (για τον ίδιο και τους γύρω του) ελεγχόμενου τοπικού επιχειρηματία Βασίλη Αρβανίτη είναι καταπληκτική, πέρα από τη μουσική της ταινίας.
Στην υποθετική ερώτηση, αν μας ενδιαφέρει το «ΜΠΡΑΖΙΛΕΡΟ» είκοσι πέντε χρόνια μετά την προβολή του, η ευθεία απάντηση είναι: μας ενδιαφέρει και μάλιστα πολύ. Διότι η ιστορία που περιγράφει δεν είναι αποκύημα της φαντασίας, αλλά μία απτή πραγματικότητα, επαναλαμβανόμενη, μάλιστα, 25 χρόνια μετά. Εξάλλου, ο κινηματογράφος, μία τέχνη φαινομενολογική, τουλάχιστον το σινεμά τεκμηρίωσης, την πραγματικότητα καταγράφει. Διαχρονική η μουσική του Πορτοκάλογλου, διαχρονική και επίκαιρη σήμερα η μορφή του Βασίλη Αρβανίτη με όμοια μοτίβα δράσης με τον σημερινό «ΦΡΑΠΕ», που αρχικά είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και τώρα παραγκωνίστηκε, γιατί νέα πρόσωπα μπαίνουν στον καμβά της επικαιρότητας -αμφότεροι, Αρβανίτης και «ΦΡΑΠΕΣ» ελεγχόμενοι για διάσπαση δημοσίου ή καλύτερα κοινοτικού χρήματος, παραπλανητική απόκτηση επιδοτήσεων με διαφορά στην ακολουθούμενη λόγω διαφοράς αντικειμένου – προσδοκώμενου οφέλους τεχνική διαδικασία, αλλά με κοινή στόχευση την τεχνητή δημιουργία προϋποθέσεων χρηματοδότησης.
Βέβαια, κρίσιμη παρίσταται η επισήμανση μίας διαφοράς στις δύο εποχές. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια που προβλήθηκε το «ΜΠΡΑΖΙΛΕΡΟ», τίποτα δεν προοιώνιζε την επερχόμενη οικονομική κρίση, ούτε είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μας, μεταξύ άλλων αρνητικών μελλοντικών συγκυριών, ότι ένας ιός θα μας έκλεινε στο σπίτι μας, αλλάζοντας βασικούς όρους της ζωής μας. Ο ελληνικός ουρανός φάνταζε καθαρός και κάποια μικρά σύννεφα πολύ σύντομα εξαφανίζονταν. Έτσι νιώθαμε. Βλέπαμε έναν έναστρο και πεντακάθαρο ουρανό να ακολουθεί. Διάχυτη ήταν η αισιοδοξία, για τον Αρβανίτη του 2001, εν προκειμένω, ότι η πριν από δέκα χρόνια επιδότησή του είχε ξεχαστεί, όπως είχε ξεχαστεί και ο αληθινός σκοπός και ο τρόπος ανάλωσής της. Ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την ελληνική έννομη τάξη δεν υπήρχε το 2001.
Σήμερα, όμως, μετά από τέτοια οικονομική κρίση που βιώσαμε ή και βιώνουμε από το 2009, δηλαδή για 17 χρόνια, με κύριο διακύβευμα την υπόσταση της χώρας, σκάνδαλα οικονομικής διαφθοράς με όρους του 2001 φαντάζουν πέρα από προκλητικά, τουλάχιστον σουρεαλιστικά. Θα ανέμενε κανείς η διαφθορά στο δημόσιο τομέα να είναι ένα θέμα ταμπού ή να αντιμετωπίζεται έτσι. Διότι το αφήγημα ήταν ότι η βασική αιτία της οικονομικής κρίσης ήταν η κακή οικονομική διαχείριση και το πελατειακό κομματικό κράτος. Το πολιτικό κόμμα ως έννοια και θεσμός, εξουσίας ή μη, ως αναγνωρισμένου από το Σύνταγμα θεσμού στην έννομη λειτουργία του πολιτεύματος, διαβρώθηκε και διαμόρφωσε ένα πελατειακό κράτος – συνυφασμένη η λειτουργία του με μία κουλτούρα πολιτικής διαφθοράς. Και όταν πιάσαμε πάτο είπαμε ότι αυτό πρέπει να αλλάξει και πως ένα νέο ξεκίνημα είναι επιβεβλημένο και πως διαχρονικά φαινόμενα διαφθοράς και αβάντας υπέρ ημετέρων και σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος πρέπει να εκλείψουν. Γι’ αυτό η υπόθεση ή σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ υπό τις ιστορικές οικονομικο – πολιτικές συγκυρίες της χώρας που προέκυψε καθίσταται πέρα από σουρεαλιστικό, τουλάχιστον απεχθές. Έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι πριν από είκοσι πέντε χρόνια η Ελλάδα ήταν διαφορετική και τόσο ίδια.
Ο ελάχιστα ενεργός πολίτης μ’ αυτά που ο ίδιος στον ατομικό και οικογενειακό του βίο έχει βιώσει τα τελευταία χρόνια μπορεί να το αποδεχθεί αυτό και να μην αντιδράσει, απλά να παρατηρεί ασκαρδαμυκτί όσα έρχονται στην επιφάνεια; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή ακόμη και σήμερα.
Η παραδοχή, αρχικά, της διαφθοράς απορρέει από την ίδια την πραγματικότητα έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στο πολιτικό σύστημα της χώρας ως κοινωνική διαδικασία και πρακτική και πριν τη μεταπολίτευση ακόμη. Η διαφθορά στην πολιτική (όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά και παντού) και το έγκλημα (συν)υπάρχουν διαχρονικά. Το ευφυολόγημα που χρησιμοποιούν οι εγκληματολόγοι είναι ότι εάν υπήρχε ένας άνθρωπος στον πλανήτη θα μπορούσε να διαπράξει έγκλημα κατά του περιβάλλοντος, τα οποία είναι εγκλήματα διακινδύνευσης και προβλέπονται και στον ποινικό κώδικα.
Χωρίς καμία πρόθεση συμψηφισμού, επιδιώκοντας να εκφέρω άποψη επί της ουσίας του φαινομένου, νομίζω ότι κανείς δε θα διαφωνήσει ότι έχουμε ένα εκλογικό σώμα που έχει διαπαιδαγωγηθεί πάρα πολλά χρόνια σε αυτό το αλισβερίσι του «δίνω και παίρνω», νιώθοντας τον εκάστοτε βουλευτή ως υποδοχέα αιτημάτων και όχι ως παραγωγό πολιτικών και νόμων. Οι πολιτικές αντιστάσεις είναι περιορισμένες, ιδίως για τους βουλευτές της επαρχίας, όπου κυριαρχούν οι διαπροσωπικές σχέσεις ως κυρίαρχη πηγή της σταυροδοσίας: είναι άλλο να πολιτεύεσαι στην Αθήνα και τελείως διαφορετικό να πολιτεύεσαι στη Ξάνθη.
Δεν είναι τυχαίο ή καλύτερα είναι ενδείκτης μίας βαθιάς ριζωμένης αντίληψης και κομματικής λογικής η αντιμετώπιση που είχε αρχικά ο Νόμος 2190/1994 που εισήγαγε τον ΑΣΕΠ, ως σύστημα αντικειμενικής επιλογής υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση. Ο «νόμος Πεπονή», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, αποδοκιμαστικά στην αρχή, από την ψήφισή του λοιδωρήθηκε. Μέσα σε 14 μήνες θητείας του ο Αναστάσιος Πεπονής κατάφερε να εισάγει προς ψήφιση στη Βουλή ένα ρηξικέλευθο και το χαρακτηρίζω ως τέτοιο, διότι καρατόμησε τα στεγανά του πελατειακού κράτους στις προσλήψεις. Διαφθορά και πελατειακό κράτος στις προσλήψεις που υπήρχε επί Ελευθερίου Βενιζέλου με τη μονιμότητα του Συντάγματος του 1911 και μεταγενέστερα με τον πρώτο υπαλληλικό κώδικα του 1951. Και ενώ θα ανέμενε κανείς η τότε κοινωνία να αποδεχθεί αυτή τη μεταρρύθμιση που ως προμετωπίδα της είχε το Δίκαιο με την νομική και πολιτική διάσταση της έννοιας, τον αντιμετώπισε και με εχθρότητα και με στιβαρή άρνηση, οδηγώντας τον και σε παραίτηση από τη θέση του Υπουργού Προεδρίας. Στην πορεία των χρόνων, βέβαια, δικαιώθηκε και ο νόμος που εισήγαγε παραμένει ως μία πλέον διαχρονική μεταρρύθμιση στην πολιτική ιστορία της χώρας.
Το ερώτημα είναι εάν αντίστοιχες νομοθετικές κινήσεις ομολογουμένως ριζοσπαστικές που κινούνται σε διαφορετική ψυχοτοπία από τα κυρίαρχα της ημεδαπής διαχρονικής πολιτικής αντίληψης μπορούν να αλλάξουν μία εδραιωμένη νοοτροπία; Δε νομίζω. Τέτοια θέματα εάν δεν τα προσεγγίσεις με ειλικρίνεια και πραγματικά δεν μπορείς να συζητήσεις ουσιαστικά. Διαφωνώ ότι η προσέγγιση και αντιμετώπιση του επίκαιρου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ πρέπει να γίνει με όρους ποινικού δικαίου. Βεβαίως και προφανώς οι πράξεις διαφθοράς είτε κοινοτικών είτε εθνικών κονδυλίων προβλέπονται και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα και στα ποινικά Δικαστήρια θα παραπεμφθούν με τη διαδικασία της άρσης της ασυλίας οι εν ενεργεία πολιτικοί, τουλάχιστον, που εμπλέκονται. Αλλά το μείζον θέμα της πολιτικής διαφθοράς στην ολότητά του συνέχεται αμιγώς με την πολιτική κουλτούρα των πολιτών, ημών δηλαδή, απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς. Από εμάς ξεκινάει και από εμάς τελειώνει.
Διαφορετικά σε κάποια χρόνια από τώρα θα χρησιμοποιούμε το παράδειγμα του «ΦΡΑΠΕ» στη θέση του Βασίλη Αρβανίτη, για να περιγράψουμε μία ταυτόσημη ζώσα κατάσταση διαφθοράς, την οποία και τότε θα χαρακτηρίζουμε διαχρονική. Επίκαιροι θα παραμένουν και τότε οι στίχοι από τον καταπληκτικό σε στίχους και εκτέλεση «ΥΔΡΟΧΟΟ» του Παπάζογλου: «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν».





