του Σταύρου Καρυπίδη
Εδώ πραγματικά αρχίζει κανείς να αναρωτιέται αν στην Ξάνθη υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση των αδέσποτων ή αν απλώς διαχειριζόμαστε ένα πρόβλημα που κάθε χρόνο επιστρέφει.
Η εικόνα της πόλης είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Αδέσποτα σε γειτονιές, δρόμους, πλατείες και πάρκα. Αγέλες που μετακινούνται μέσα στην πόλη και πολίτες που, σε συγκεκριμένα σημεία, αισθάνονται ανασφάλεια ακόμη και για έναν απλό περίπατο.
Και το ζήτημα δεν είναι μόνο η παρουσία των ζώων.
Είναι και οι αναφορές για επιθετικές συμπεριφορές.
Μόνο μέσα στο 2025 καταγράφηκαν στον Δήμο Ξάνθης 126 αιτήματα που αφορούσαν αδέσποτα, εκ των οποίων τα 77 αφορούσαν επιθέσεις.
Ο αριθμός αυτός από μόνος του προκαλεί σοβαρά ερωτήματα.
Γιατί όταν μέσα σε έναν χρόνο καταγράφονται δεκάδες αιτήματα για επιθέσεις και την ίδια στιγμή η πόλη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα με αγέλες αδέσποτων, είναι προφανές ότι η μέχρι σήμερα διαχείριση χρειάζεται να αξιολογηθεί.
Και κάπου εδώ επανέρχεται ένα ερώτημα που αφορά και το κυνοκομείο της Ξάνθης.
Τι αποτέλεσμα είχε τελικά η δημιουργία και η λειτουργία του;
Για το κυνοκομείο έχουν διατεθεί σημαντικά ποσά δημόσιου χρήματος. Χρήματα των φορολογουμένων, τα οποία προορίζονταν για μια οργανωμένη δομή που θα συνέβαλλε ουσιαστικά στη διαχείριση του προβλήματος των αδέσποτων.
Και σήμερα, χρόνια μετά, το ερώτημα είναι απλό:
Έχει επιτευχθεί ο στόχος;
Πόσα χρήματα έχουν δαπανηθεί συνολικά όλα αυτά τα χρόνια για το κυνοκομείο και τη διαχείριση των αδέσποτων στην Ξάνθη;
Πόσα για την κατασκευή και τις υποδομές;
Πόσα για τον εξοπλισμό;
Πόσα για τροφές;
Πόσα για κτηνιατρικές υπηρεσίες και στειρώσεις;
Πόσα για περισυλλογές, φιλοξενία και λοιπές υπηρεσίες;
Και κυρίως:
Ποιο είναι το μετρήσιμο αποτέλεσμα αυτών των δαπανών;
Γιατί δεν αρκεί να υπάρχουν δράσεις, προγράμματα και στειρώσεις. Το ζητούμενο είναι η πολιτική διαχείρισης των αδέσποτων να αποδίδει στην πράξη και το πρόβλημα, χρόνο με τον χρόνο, να περιορίζεται.
Δεν φταίνε τα ζώα.
Τα ζώα δεν επέλεξαν να βρεθούν στους δρόμους. Η εγκατάλειψη, η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή και η έλλειψη υπεύθυνης ιδιοκτησίας δημιουργούν και αναπαράγουν το πρόβλημα.
Όμως από τη στιγμή που το πρόβλημα υπάρχει, η Πολιτεία και η Αυτοδιοίκηση έχουν την ευθύνη να εφαρμόσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Δεν αρκεί να υπάρχει ένα κυνοκομείο. Δεν αρκεί να γίνονται κάποιες στειρώσεις. Δεν αρκεί να ανακοινώνονται δράσεις.
Χρειάζεται μια συνολική πολιτική που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη ρίζα του και να μπορεί να αποδειχθεί με αριθμούς και αποτελέσματα.
Γιατί αν κάθε χρόνο διατίθενται χρήματα, πραγματοποιούνται δράσεις, λειτουργεί κυνοκομείο και γίνονται στειρώσεις, αλλά την ίδια στιγμή οι δρόμοι της Ξάνθης εξακολουθούν να έχουν αγέλες αδέσποτων και καταγράφονται δεκάδες αιτήματα για επιθέσεις, τότε είναι λογικό να τίθεται το ερώτημα:
Μήπως το σημερινό μοντέλο διαχείρισης δεν είναι αρκετά αποτελεσματικό;
Και αν δεν είναι, ποιος έχει την ευθύνη να το αλλάξει;
Οι πολίτες της Ξάνθης δεν ζητούν κάτι παράλογο.
Ζητούν να μπορούν να περπατούν στους δρόμους της πόλης χωρίς φόβο.
Ζητούν να μην συναντούν αγέλες σκύλων να κινούνται ανεξέλεγκτα.
Ζητούν προστασία τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα.
Και κυρίως ζητούν να γνωρίζουν ότι τα χρήματα που διατίθενται για την αντιμετώπιση του προβλήματος πιάνουν τόπο.
Γιατί όταν ένα πρόβλημα παραμένει για χρόνια, όταν έχουν διατεθεί σημαντικά ποσά για την αντιμετώπισή του και όταν συνεχίζονται οι αναφορές για επιθέσεις, δεν αρκεί πλέον η απάντηση ότι «γίνονται προσπάθειες».
Χρειάζεται αποτέλεσμα.
Και αυτό που βλέπει σήμερα ο πολίτης στους δρόμους της Ξάνθης δείχνει ότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος.
Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα για έναν πραγματικό και αναλυτικό απολογισμό:
Πόσα χρήματα δόθηκαν; Τι ακριβώς έγινε; Πόσα ζώα στειρώθηκαν; Πόσα περισυλλέχθηκαν; Πόσα υιοθετήθηκαν; Και κυρίως, ποιο ήταν το αποτέλεσμα;
Γιατί οι πολίτες της Ξάνθης δεν μπορούν να περιμένουν άλλα χρόνια για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που ήδη καταγράφεται με συγκεκριμένους αριθμούς.
77 αιτήματα για επιθέσεις μέσα σε έναν χρόνο δεν είναι ένας αριθμός που μπορεί απλώς να προσπεραστεί.
Είναι ένα στοιχείο που απαιτεί απαντήσεις.




