ΑΪΒΑΛΙ, ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1918
<< Δημητρό μου, γνωρίζεις το, πως σε λίγες εβδομάδες έχουμε την Ανάσταση του Κυρίου, και έχουμε τόσα να προλάβουμε; Μείνε σε παρακαλώ κοντά μου σήμερα, σε χρειάζομαι πιότερο από τον Εμμανουήλ. Εκείνος τα έχει πάει περίφημα και δεν υπάρχει μέρα, που να μην τον εκαμαρώνω και να προσεύχομαι για την υγεία και την προκοπή του. Κουράζεται όμως πολύ και πιο πολύ στεναχωριέμαι, που τον βλέπω μοναχό. Ούτε διασκεδάσεις, τόσες χοροεσπερίδες γίνονται, ούτε εκδρομές με φίλους, ούτε μια κοπέλα, που να τον έχει συγκινήσει.
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και άλλα πράγματα, πάρεξ τη δουλειά. Τι λες, μέρες που έρχονται, δεν καλούμε να γιορτάσουμε μαζί την οικογένεια του φίλου σου, του Νικόλα Αντωνιάδη; Η θυγατέρα τους, την είδα τις προάλλες στους <Ταξιάρχες>, που πήγα για προσκύνημα , έχει ομορφύνει πολύ και μου φάνηκε μετρημένη και σεβαστική. Καμιά φορά τα καλά υλικά θέλουν και το σωστό τεχνίτη, για να πετύχει το δέσιμό τους, και ας είναι από μόνα τους μοναδικά και ποιοτικά>>, μίλησε η Ελένη στο Δημητρό με τον μοναδικό τρόπο, που μόνο εκείνη ήξερε, ένα πρωινό του Απρίλη, για να τον κάνει να συμμεριστεί την έγνοια και τη λαχτάρα της για τον Εμμανουήλ, που δεν έλεγε να το πάρει απόφαση να νοικοκυρευτεί επιτέλους.
Σε τόσους γάμους είχε πάει η κυρά Ελένη, χριστιανικούς και μουσουλμανικούς και κάθε φορά ευχόταν μέσα της ο επόμενος, που θα διοργανώνονταν και εκείνη θα είχε ρόλο πρωταγωνιστικό να ήταν του παιδιού της. Παιδιά άλλα δεν τους χάρισε ο Θεός, βιαζόταν να δει εκείνη, πριν κλείσει τα μάτια της, να γεμίζει το σπίτι και η αυλή της με τα παιδιά του παιδιού της.
Το όνειρό της πια ήταν ένα και μοναδικό, να έχει πολλά εγγόνια να τα κανακεύει, να τα φροντίζει και να τα κακομαθαίνει, όπως κάνουν όλες οι γιαγιάδες και κανένας δεν έχει να τις προσάψει, για αυτή τους την ατασθαλία, το παραμικρό.
<< Ωχού, τι λες τώρα βρε γυναίκα, σε ποιον αιώνα ζούμε; Ξέχασες τα δικά μας, χρειαστήκαμε εμείς κανέναν επιδέξιο, για να σμίξουμε. Ας τον ήσυχο και θα βρει και εκείνος το ταίρι του. Η σκέψη και η καρδιά του τώρα είναι δοσμένη στη δουλειά, τον καταλαβαίνω.
Θέλει να νιώθει πως πατά γερά στα πόδια του, για να μπορέσει να στηρίξει και τον άλλον, και περισσότερο να του δώσει ασφάλεια και μια ζωή στρωτή και όμορφη>>, της απάντησε με μια αψάδα στα λόγια ο Δημητρός, που δεν συμμερίζονταν καθόλου τις απόψεις της γυναίκας του. Άλλωστε το θεωρούσε πολύ υποτιμητικό να μεσολαβήσουν εκείνοι, μεγάλοι άνθρωποι, προκειμένου να παντρευτεί το παιδί της, που ούτε άσχημο ούτε απτάλικο ήταν, απεναντίας μάλιστα, ένα παλικάρι όλο νιάτα, ομορφάδα και δροσιά ήταν μέχρι εκεί πάνω. Όσο για τα χαρίσματά του, διαμαντάκια μικρά εκείνα, ένα ένα ξεχωριστικά, είχαν και τον τρόπο τους, τον οικονομικό, την καλύτερη θα έβρισκε το σπλάχνο του, και μάλιστα μόνο του.
Όσο και αν προσπάθησε ο Δημητρός να κόψει τη φόρα στην Ελένη, εκείνη δεν έλεγε να καταθέσει τα όπλα και συνέχισε.
<< Ναι, μα μάνα του είμαι, και θωρώ πως δεν είναι μόνο η δουλειά, που τυραγνά τη σκέψη του. Κάτι άλλο είναι, αλλά σε εμένα δεν θα ανοιχτεί, Δημητρό μου. Με τον πατέρα του καλύτερα ανοίγεται ένας γιος, κάνε του μια κουβέντα, σε παρακαλώ >>.
Σήκωσε τα χέρια ψηλά ο Δημητρός, είχε και ο ήλιος ψηλώσει ήδη ένα μπόι, βιαζόταν και εκείνος, οπότε και έδωσε στη γυναίκα του, την Ελένη, τη μόνη απάντηση, που θα μπορούσε προς στιγμή να την κάνει να σταματήσει την κουβέντα για τον Εμμανουήλ.
<<Σου χάλασα εγώ χατίρι ποτέ, γυναίκα, θα γίνει, όπως το θες! Είναι όμως και κάτι άλλο, που θα ήθελα να σου πω εγώ. Ξέρεις τι πεθύμησα Ελένη μου; Το πρώτο μας σπιτάκι στην ακροθαλασσιά, εκεί που ακουμπήσαμε τον πόνο και τα όνειρά μας, όταν φτάσαμε κυνηγημένοι εδώ. Μόνο εκεί είναι σα να βγαίνουν από μέσα μου όλα τα σκοτάδια, γαληνεύει η ψυχή και ο νους μου ξαποσταίνει. Τι θα έλεγες να πηγαίναμε αύριο, που είναι Κυριακή, μετά τη Θεία Λειτουργία;>>
Ήταν μέρες, που είχε καρφωθεί στο μυαλό του Δημητρού η εικόνα με το πρώτο τους σπιτάκι, την ψαροκαλύβα τους, και δεν έλεγε να φύγει από τη σκέψη του. Ήξερε όμως πως η Ελένη του κουραζόταν πολύ, κάθε φορά που το επισκέπτονταν και ας το ήθελε και εκείνη πάρα πολύ να πηγαίνουν εκεί, και δεν ήθελε να την κάνει και πάλι να κουραστεί. Θεώρησε όμως πως μια και εκείνη τώρα είχε έγνοιες, άλλου είδους φυσικά, να τη βασανίζουν, θα έκανε και στους δυο τους πολύ καλό να έκαναν μια μικρή εκδρομή στη θάλασσα.
<< Ναι, άντρα μου, τις ίδιες σκέψεις έκανα και εγώ τις τελευταίες μέρες. Να πάμε Δημητρό μου, να πάμε>>, σα μικρό παιδάκι έκανε η Ελένη και χτυπούσε με χαρά τα χέρια της και αγκάλιαζε το ταίρι της, που σε όλα συμφωνούσαν και ποτέ ο ένας δεν είχε κακοκαρδίσει τον άλλον.
<<Το γιασεμί θα κοντεύει να ανθίσει, όπως και οι τριανταφυλλιές. Θυμάσαι, Ελένη μου, τα κίτρινα τριαντάφυλλα, που μου ζήτησες να έχεις ξανά κάτω από το παραθύρι μας εκεί, και να τα καληνυχτίζεις τα βράδια, όπως παλιά έκανες και στο νησί; Και εγώ έκανα άνω κάτω όλη την αγορά με τα λουλούδια και τα φυτά, να βρω το χρώμα, που εσύ ήθελες και ποθούσες;>>
Δάκρυσαν τα μάτια του Δημητρού και βιάστηκε εκείνος να τα σκουπίσει, άντρας ήταν και δεν του έπρεπε μπροστά στη γυναίκα του να δείχνει τόση ευαισθησία, για αδυναμία θα την έπαιρνε εκείνη και θα είχε και δίκιο, σκέφτηκε, και βιάστηκε να ανοίξει την πόρτα, να φύγει.
<< Ναι , Δημητρό μου, αύριο…, θα πάμε αύριο>>, ίσα που ακούστηκε πίσω του η φωνή, όλο μέλι και νοσταλγία, της γυναίκας του, να τον ξεπροβοδίζει.
ΑΪΒΑΛΙ, ΠΡΩΙΝΟ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΤΟΥ 1918
<< Καλημέρα, πατέρα, νωρίς και σήμερα. Δεν πρέπει πατέρα, αρκετά κουράστηκες στη ζωή σου. Εγώ είμαι εδώ τώρα για σένα, τη μάνα και το εργοστάσιό μας.>>
<< Καλημέρα γιε μου, η συνήθεια βλέπεις τόσων χρόνων. Μην είμαι και στα πόδια της μάνα σου. Ξέρεις δα πόσο σχολαστική είναι εκείνη με τη λάτρα του σπιτιού. Και έπειτα είναι και κάτι άλλο αγόρι μου, που θέλω μαζί σου να συζητήσω. Το υποσχέθηκα και στη μάνα σου και, όπως λέει ο λαός, μη τάξεις δώρο στο παιδί και κερί σε άγιο, και στην κυρά Ελένη, θα πρόσθετα εγώ.
Ξέρεις, αγόρι μου, για μένα και τη μάνα σου είσαι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, ο κόσμος μας όλος. Όσα ως τώρα καταφέραμε, είναι για σένα και μόνο για σένα, και είναι πολλά και όμορφα. Ο άνθρωπος όμως δεν έχει πλαστεί, για να πορεύεται μόνος του στη ζωή. Και εγώ ξέρω καλά αγόρι μου, πως και όμορφη είναι η ζωή και ακόμα πιο μεγάλη είναι η ομορφιά και η ευτυχία, όταν τη μοιράζεται κανείς. Και εσύ παιδί μου πρέπει να το δεις αυτό. Να βρεις έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, που θα δώσει νόημα και αξία σε αυτά, που έφτιαξες. Ένα σπιτικό δικό σου και παιδιά, που θα φωτίσουν τη ζωή σου και θα είναι άξιοι συνεχιστές του ονόματος μας και της οικογένειάς μας >>, όπως το υποσχέθηκε ο Δημητρός στην Ελένη του, έτσι και έπραξε και μάλιστα άμεσα. Στη βράση κολλάει το σίδερο, σκεφτόταν σε όλη τη διαδρομή, και με την εικόνα της θάλασσας στην άλλη άκρη του μυαλού του, να τους περιμένει την επομένη, πήρε πιότερο θάρρος και μίλησε στο γιο του.
<<Σεβαστέ μου πατέρα, δεν βρίσκω τίποτα άσκοπο και περιττό σε όσα μου εκμυστηρεύτηκες. Όμορφα και σοφά τα λόγια σου, όπως πάντα, και να είσαι σίγουρος και εσύ και η μητέρα, πως και αυτό θα γίνει, όμως στην ώρα του, και θεωρώ πως αυτή δεν έχει φτάσει ακόμη >>, όπως πάντα ευγενικός και ήρεμος ο Εμμανουήλ ούτε διέψευσε τα όνειρα των γονιών του ούτε και θέλησε να τους δώσει ελπίδες περισσότερες. Ήξερε εκείνος καλά να ισορροπεί και να δίνει απαντήσεις, που να μην κακοκαρδίζουν τον άλλον.
<<Η ώρα είναι αυτή που δεν έφτασε, γιέ μου ή δεν βρέθηκε ακόμη αυτή, που θα έκανε την καρδιά σου να σκιρτήσει; Πίστεψέ με, ξέρω τι σου λέω, και αξίζει τον κόπο να περιμένεις αυτή, που θα σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο, αυτή, που όταν τη βλέπεις θα λιγοστεύει ο αέρας μέσα σου και ………>>, σταμάτησε απότομα την ονειροπόληση ο Δημητρός, καθώς έβλεπε τον εαυτό του να τρέχει στα περιβόλια της Κρήτης με τις ανθισμένες πορτοκαλιές και τα ελαιόδεντρα, να ανταμώσει την καλή του, την Ελένη του. Γρήγορα τράβηξε το λογισμό του από τα περασμένα και στύλωσε το βλέμμα του στο γιο του, τον μονάκριβο, τον θησαυρό του, και έφερε και πάλι την κουβέντα στα τωρινά και άμεσα.
<< Είναι και κάτι άλλο, γιε μου, που πρέπει να γνωρίζεις. Ήρθε άνθρωπος από το εργοστάσιο και είπε πως το τελευταίο φορτίο με τις ελιές, που περιμέναμε, δεν έφτασε ακόμη. Ίσως θα έπρεπε να πας ο ίδιος, αγόρι μου, να δεις τι ακριβώς συμβαίνει. Μια μεγάλη καθυστέρηση, το ξέρεις και εσύ καλά, θα πλήξει ανεπανόρθωτα το κλίμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, που έχουμε χτίσει στις αγορές εδώ, αλλά και στο εξωτερικό.>>
Χτύπησε τον ώμο του Εμμανουήλ ο Δημητρός, ο πατέρας του, και ακούμπησε την υπερηφάνεια του και τη χαρά του, στο παλικάρι του επάνω, και ένοιωσε σαν πιο ψηλός, σαν πιο νέος και γερός εκείνος και αναθάρρησε.
<<Εντάξει, πατέρα, αύριο κιόλας θα φύγω, για τον κάμπο. Το πολύ σε δυο μέρες, πιστεύω, πως θα είμαι ξανά πίσω. Θα πεταχτώ μέχρι το εργοστάσιο τώρα όμως, μήπως και υπάρχει και κάτι άλλο, που πρέπει να διευθετηθεί. Δεν θέλω να αφήσω πίσω μου μέτωπα ανοιχτά.>>
Ο Εμμανουήλ ξεκίνησε για το εργοστάσιο έχοντας συντροφιά τα λόγια του πατέρα του, για γυναικεία παρουσία στη ζωή του και για οικογένεια. Είχαν δίκιο σε όλα οι γονείς του. Είχε πέσει με όλο του το είναι στη δουλειά και άφησε αρκετά να τον προσπεράσουν, αλλά και πάλι, αν κάτι καλό έκανε την εμφάνισή του, εκείνος ήταν τόσο στραβός, ώστε να μην το προσέξει!
Άλλωστε ό,τι είναι να συμβεί, θα έρθει. Εκείνος μόνο πρέπει να είναι έτοιμος, να το καλωσορίσει.
Στην άκρηηηηη, όλοι στην άκρηηηηη, η κραυγή ενός άντρα τον έβγαλε από τους συλλογισμούς του, με τον πιο άχαρο και φασαριόζικο τρόπο. Κάνοντας βιαστικά στην άκρη του δρόμου, μόλις που πρόλαβε να δει το αφηνιασμένο άλογο μιας άμαξας και τον οδηγό του, που μάταια προσπαθούσε, τραβώντας τα γκέμια, να το χαλιναγωγήσει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, η άμαξα, χάνοντας την ισορροπία της και βγαίνοντας από το δρόμο, τον κανονικό, καρφώθηκε στη βιτρίνα ενός καταστήματος, ενώ το άλογο ελευθερωμένο πια από το φορτίο του, έτρεχε στους δρόμους, χωρίς σταματημό.
Κόσμος μαζεύτηκε γύρω από την άμαξα και με τη βοήθεια του οδηγού προσπαθούσαν να απελευθερώσουν το πόδι ενός κοριτσιού, που είχε σφηνώσει στα ράφια και τα γυαλιά της βιτρίνας και αιμορραγούσε ακατάπαυστα.
Ο Εμμανουήλ πλησίασε και χωρίς να το σκεφτεί όρμησε μέσα στο σωρό από σπασμένα τζάμια και καδρόνια, να απελευθερώσει την κοπέλα, που ήταν μισολιπόθυμη. Κρατώντας τη στα ματωμένα από τα γυαλιά χέρια του, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπόρεσε στο γραφείο τους, που ήταν πολύ κοντά, και αφού την απίθωσε σε ένα ντιβάνι, που είχαν στο πίσω δωμάτιο, έτρεξε στο σπίτι του γιατρού κ. Θεοδωρίδη.
Ήταν ο οικογενειακός τους γιατρός και τον γνώριζε πολύ καλά.
Όση ώρα ο Εμμανουήλ πάλευε με το χρόνο, να φέρει γρήγορα το γιατρό στη χτυπημένη κοπέλα, ο Δημητρός βλέποντας το ωχρό της πρόσωπο και το πηχτό αίμα να τρέχει από το χτυπημένο πόδι, πάλευε να κρατήσει την ψυχραιμία του και να συνεφέρει το κορίτσι, που δεν είχε καμιά επαφή με το περιβάλλον.
Ευτυχώς ο γιατρός Θεοδωρίδης ήταν στο σπίτι του ακόμη εκείνο το πρωινό. Παρόλο που η απόσταση δεν ήταν μεγάλη και γενικά του άρεσε το περπάτημα, όταν έφευγε, να επισκεφτεί τους ασθενείς του, από την έκφραση στο πρόσωπο του Εμμανουήλ, κατάλαβε το κατεπείγον του πράγματος. Με ένα σάλτο βρέθηκε πάνω στην άμαξα και ο Εμμανουήλ δίπλα του να κρατάει την ιατρική του τσάντα.
Στη σύντομη διαδρομή τους ο Εμμανουήλ προσπάθησε να δώσει στον γιατρό τις πρώτες πληροφορίες, για το ατύχημα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκείνο συνέβη.
Σε λίγα λεπτά βρίσκονταν και οι δυο τους στο προσκέφαλο της, με τον Εμμανουήλ να προσπαθεί με τη βοήθεια του αιθέρα να την συνεφέρει και τον γιατρό να περιποιείται το κομμένο από τα γυαλιά πόδι.
Η κοπέλα δεν άργησε να ανοίξει τα μάτια της και να προσπαθεί να καταλάβει, που βρίσκονταν και τι είχε συμβεί. Στην προσπάθειά της να ισιώσει το φόρεμά της, μόρφασε από τον πόνο, στο αριστερό της πόδι.
Ο Εμμανουήλ την καθησύχασε πως τώρα πια ο κίνδυνος είχε περάσει, αλλά έπρεπε να είναι πολύ προσεχτική στις όποιες κινήσεις της. Ο γιατρός αφού της επιβεβαίωσε, όσα της είπε ο Εμμανουήλ και τις έγραψε μια συνταγή για τους πονοκεφάλους, που θα είχε λόγω της πτώσης της για λίγες μέρες, πέρασε με τον Δημητρό στο διπλανό δωμάτιο και άφησαν τα δυο παιδιά, να ηρεμήσουν.
Η Διώνη, έτσι ήταν το όνομά της, όπως συστήθηκε στον Εμμανουήλ μετά το πέρας της πρώτης ταραχής, ζήτησε να ειδοποιήσουν τον πατέρα της, να έρθει να την πάρει.
<<Θα το κάνω, αλλά δεν υπάρχει λόγος να βιάζεστε. Ακούσατε τι είπε και ο γιατρός, όχι γρήγορες και απότομες κινήσεις. Λίγο νερό ή καλύτερα μια πορτοκαλάδα θα ήταν ότι έπρεπε στην κατάστασή σας>>, της είπε και προσπάθησε να την κρατήσει ακίνητη στη θέση της. Η Διώνη τότε μόνο κατάλαβε πόση ανάγκη είχε να βρέξει τα χείλη της με κάποιο υγρό, που είχαν στεγνώσει, και δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να γνέψει το κεφάλι της θετικά.
Ο Εμμανουήλ σα με φτερά στα πόδια του έτρεξε στο κοντινότερο καφενείο και πήρε δυο πορτοκαλάδες. Κελαριστά το ευεργετικό υγρό κύλησε στα στόματα των νέων και έδωσε στον Εμμανουήλ την ευκαιρία να παρατηρήσει καλύτερα την κοπέλα και να αναλογιστεί, τι ήταν εκείνο που τον έσπρωξε σαν τον δυνατό βοριά, να παραμερίσει τόσα τζάμια σπασμένα και να σώσει την κοπέλα. Ακόμη δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε την έφερε εδώ, πότε βρήκε το γιατρό και πώς τη συνέφερε και γλυκά της εξήγησε, όσα έγιναν και εκείνη δεν θυμόταν τίποτα.
Μέσα στη χλωμάδα που είχε το πρόσωπο της, διέκρινε μια γλυκύτητα και μια ηρεμία, όμοια με αυτή των ζωγραφισμένων προσώπων των αγίων στις εκκλησιές. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ριγμένα άτακτα στους ώμους, απλωμένο φωτοστέφανο έμοιαζαν, και τα λευκά της χέρια με τα μακριά δάχτυλα , κούκλας από ακριβή πορσελάνη Βιέννης.
Το ντύσιμό της ταίριαζε σε κόρη καλοαναθρεμμένη και μονάκριβη, καμάρι και παρηγοριά των γονέων της. Και το στητό, παρά το τυλιγμένο με επιδέσμους πόδι, ανάστημά της, πως είχε πάρει μόρφωση σωστή και ολοκληρωμένη.
Όλα της πάνω ταιριαστά και καλοσχηματισμένα τα βρήκε ο Εμμανουήλ, αλλά τα μάτια της, σκούρα κυπαρισσιά, ο καταπράσινος κήπος της Εδέμ, όπως θα έλεγε και ο δάσκαλος των θρησκευτικών, καλή του ώρα, ήταν αυτά, που τον σαγήνεψαν περισσότερο.
<<Αποστολίδη Διώνη, ονομάζομαι>>, ξανάπε η κοπέλα
<<Σας παρακαλώ, πρέπει να ειδοποιηθεί αμέσως ο πατέρας μου.>>
Με τη συστολή έκδηλη στα μάτια του, που τόση ώρα χάζευε, στην κυριολεξία, ένα κορίτσι πονεμένο και ταλαιπωρημένο ο Εμμανουήλ τινάχτηκε από τη θέση του και έτρεξε στη διεύθυνση, που του έδωσε η Διώνη, να ενημερώσει την οικογένειά της.
Ο πατέρας του κοριτσιού είχε μόλις φύγει από το σπίτι, για κάτι δουλειές, και ο οικονόμος τους του είπε ότι θα στείλει αμέσως μια άμαξα, να τη φέρει πίσω και ότι θα ενημέρωνε εκείνος τον πατέρα της.
Ανεβασμένος, για δεύτερη φορά το πρωινό εκείνο, σε ξένη άμαξα ο Εμμανουήλ επέστρεψε στη Διώνη και τη βοήθησε να τακτοποιηθεί στη θέση της, όσο πιο αναπαυτικά γινόταν. Δίπλα ο ένας στον άλλον περίμεναν υπομονετικά τον ερχομό της καινούργια άμαξας.
Την ώρα της αναμονής, αμήχανοι και οι δυο τους, άφησαν το βλέμμα τους να αγκαλιάσει ό,τι μικρό και ασήμαντο υπήρχε στην κάμαρη μέσα, αποφεύγοντας να συναντήσει ο ένας το βλέμμα του άλλου, μέχρι που εμφανίστηκε ο Δημητρός, ο πατέρας του Εμμανουήλ, και με τη βοήθεια του γιατρού Θεοδωρίδη, που δεν είχε φύγει ακόμη, βοήθησαν τη Διώνη να ανεβεί και να τακτοποιηθεί στην άμαξα, που θα την πήγαινε στο σπίτι της.
Η κοπέλα είχε πια απομακρυνθεί και μόλις που μια μαύρη κουκίδα, η άμαξά της, είχε μείνει να φαίνεται στην τελευταία στροφή του δρόμου, αλλά η σκέψη και ο λογισμός του Εμμανουήλ δεν έλεγαν να φύγουν από εκείνη.
Η ώρα είχε φτάσει μα περισσότερο εκείνη, που θα τον έκανε πραγματικά ευτυχισμένο και που στη σκέψη της και μόνο θα λιγόστευε ο αέρας μέσα του, όπως του είχε πει την ίδια εκείνη μέρα ο πατέρας του, μονολογούσε ο Εμμανουήλ και η καρδιά του κόντευε να πεταχτεί από το στέρνο του έξω.
Αφού πήρε ο Εμμανουήλ το πλούσιο πρωινό, που με τα ίδια της τα χέρια ετοίμασε η κυρά Ελένη και τον σταύρωσε τρεις φορές για καλοτυχία και του Θεού την ευλογία, ξεκίνησε για την επίσκεψή του στους ανθρώπους του κάμπου. Να δει από κοντά έπρεπε, όπως τον συμβούλεψε ο πατέρας του, τους λόγους της καθυστέρησης της αποστολής των πρώτων υλών, που περίμεναν εδώ και μέρες στο εργοστάσιό τους.
Η μέρα ήταν γλυκιά, η άνοιξη έκανε εκκωφαντικά αισθητή την παρουσία της και όλη η φύση βρίσκονταν σε ένα συνεχή οργασμό.
Μόνο, όταν ο άνθρωπος έρχεται κοντά στη φύση, βρίσκει την ταυτότητα και προσδιορίζει με σωστά κριτήρια τη θέση και τον σκοπό της ύπαρξής του και κατανοεί το μεγαλείο τόσο της πλάσης, όσο και του Δημιουργού της.
Και η πλάση, πέρα στον καταπράσινο κάμπο του Αϊβαλιού, είχε πολλές ομορφιές να χαρίσει απλόχερα στον Εμμανουήλ και να τον ανταμείψει για αυτή του την επίσκεψη, σαν καλή οικοδέσποινα, που θέλει οι επισκέπτες της να μείνουν ευχαριστημένοι.
Μπορεί όλα γύρω να έστελναν τους θερμούς τους χαιρετισμούς στον Εμμανουήλ, εκείνος ωστόσο ήταν με το μυαλό κολλημένο στο χθεσινό συμβάν. Δεν ήταν σε θέση να τους αντιληφθεί και να ανταποκριθεί.
Για αυτόν μπροστά του υπήρχε η μορφή της Διώνης και μόνο αυτής. Τι και αν έμεινε στο πλευρό της μερικά μόνο λεπτά, τι και αν άκουσε από τα χείλη της δυο λόγια μόνο τυπικά, η καρδιά του είδε και άκουσε τόσα πολλά!
Ήθελε να την ξανάβλεπε το συντομότερο. Να ήταν δυνατόν αυτή τη στιγμή να βρισκόταν κοντά της, να άγγιζε ευλαβικά το σημάδι της πληγής, να ρούφαγε το άρωμα των μαλλιών της, βανίλια θαρρεί πως μύριζαν, να βυθιζόταν στους κήπους των ματιών της.
Δεν την ήξερε, πως ήταν δυνατόν να σκεφτόταν έτσι, και όμως……. του έλειπε τόσο πολύ!
Το πέρασμα από τα γύρω χωριά, που άλλες φορές το ένοιωθε γιορτή και πανηγύρι, τώρα το αισθανόταν φορτίο ασήκωτο, ανυπομονούσε να επιστρέψει στην πόλη και να αναζητήσει εκείνη.
<<Καλησπέρα πατέρα, είσαι καλά, η μάνα…>>
<< Κάπου πετάχτηκε παιδί μου, θαρρώ ως το ναό, την ξέρεις τώρα, δεν θέλει να αφήσει καντήλι αλάδωτο και εικόνα αμύρωτη. Εγώ όμως νομίζω το κάνει για εκείνη πιο πολύ. Έχει ανάγκη να ζητήσει, όταν εσύ λείπεις, από μια άλλη μάνα, πονεμένη πολύ, τη μητέρα όλων μας, την Παναγιά, να απλώνει τη σκιά της επάνω σου. Όσο εσύ ήσουν στον κάμπο, για δουλειά, στιγμή δεν έβρισκε αναπαμό. Όλο κατά την πόρτα κοίταζε και συνεχώς με ρώταγε πόσο ακόμη θα έμενες μακριά μας.>>
<<Καλώς το παλικάρι μου, τον λεβέντη μου. Κουρασμένος είσαι παιδί μου, κάτσε αγόρι μου, μια μπουκιά ψωμί στο στόμα σου να βάλεις. Πώς ήταν το ταξίδι, μη και συνέβη κάτι και σε στεναχώρησε;>>
Δεν πρόλαβε η κυρά Ελένη να μπει στο σπίτι μέσα και με το που αντίκρισε το σπλάχνο της ήλιος φωτεινός έγινε το πρόσωπό της και το χαμόγελο άνθισε ολόδροσο στα χείλη της επάνω.
<<Στάσου βρε γυναίκα, την ανάσα του δεν πήρε ακόμη το παιδί και εσύ το κατακεραύνωσες με τις ερωτήσεις και λόγια σου. Μόλις που έφτασε και μια κουβέντα δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε. Για δουλειά συγκεκριμένη πήγε, το ήξερες. Και οι δουλειές έχουν και τα πάνω έχουν και τα κάτω τους.>>
<< Καλή μου μάνα, αγαπημένε πατέρα, όλα καλά πήγαν. Με τον λιόκαρπο, το θέμα τακτοποιήθηκε, και ήδη αυτός ξεκουράζεται τώρα, φορτωμένος στα αμάξια, και περιμένει τους αγωγιάτες, για τη μεταφορά. Όπως βλέπετε αποστολή εξετελέσθη και εγώ είμαι τώρα κοντά σας, να με τρελαίνετε με την αγάπη και τα φερσίματά σας.>> Έκανε πως τους μαλώνει ο Εμμανουήλ και γελούσαν και τα μουστάκια του, βλέποντας τους δυο γονείς του ανακουφισμένους και χαρούμενους.
<<Θα βγω για λίγο, μια βόλτα ως το λιμάνι θα πάω. Να ανασάνω το αλμυρό νερό και να αγναντέψω τα πλεούμενα, που ελεύθερα ανεβοκατεβαίνουν το πέλαγος, και έχουν τόσα δει και ακούσει, αλλά που ποτέ τους σε κανέναν δε θα μαρτυρήσουν τα μυστικά τους. Μου λείψανε, δεν ξέρετε πόσο, τις δυο αυτές μέρες, που ήμουν μακριά τους.>>
<<Να πας παλικάρι μου, να πας, και στην επιστροφή πέρνα από τον μπάρμπα Μηνά, για εκείνο το κοκκινέλι του. Θα το βρέξουμε απόψε, έδωσε ο Θεός και η Παναγιά όλα καλά και όμορφα πήγαν και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για αυτό.
Ο άνθρωπος συχνά πυκνά πρέπει να συνδιαλέγεται με Εκείνον και να τον ευχαριστεί για το πέρας της κάθε μέρας του και να του ζητά να ξεκινά την επόμενη με λιγότερες από τις αστοχίες της προηγούμενης. Ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, δεν είναι δικό μας, μας δανείζεται να το χρησιμοποιήσουμε κατά πως μας ταιριάζει και το έχουμε χρεία. Και οφείλουμε μετά να το παραδώσουμε με χαρά και την ευχή, το καλό που είδαμε, να μοιραστούν και άλλοι.
Όσο για την κυρά Ελένη από δω, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ήδη με το νου της τώρα σχεδιάζει τους μεζέδες, που θα σκαρώσει απόψε, για να μας ευχαριστήσει.. Έτσι δεν είναι Λενιώ μου!>>, γύρισε στη μεριά της γυναίκας του ο Δημητρός και την ίδια στιγμή έκλεινε με τρόπο το μάτι του στον μοναχογιό του.
Βγήκε από την πόρτα του σπιτιού του ο Εμμανουήλ, αλλά αντί για το δρόμο για το λιμάνι, πήρε την αντίθετη στράτα και, πριν καλά καλά το καταλάβει, ήταν κάτω από τα παράθυρα του σπιτιού της Διώνης. Τα παράθυρα ήταν πολλά και σκεπασμένα με βαριές, πυκνοϋφαντες κουρτίνες. Υφάσματα ακριβά, βελούδα κόκκινα με χρυσά τελειώματα και κορδόνια στις άκρες, για να ελέγχουν το πέρασμα των αχτίδων του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας. Αυτά ήταν δυστυχώς τα μόνα που μπόρεσε να διακρίνει ο Εμμανουήλ, όσο και αν πίεζε τα μάτια του να εισχωρήσουν βαθιά, μήπως και αντιληφθούν κάποιο ίχνος εκείνης.
Μεγάλη, όμορφη και επιβλητική ήταν η οικία των Αποστολίδηδων.
Η γειτονιά τους από τις πιο ονομαστές, με τον μεγάλο δρόμο, που από τους πρώτους απόκτησε φανοστάτες, κατά πως λένε, και περνούσαν από κει δυο φορές τη μέρα τα παιδιά, που ανέλαβαν να τον καθαρίζουν από τις καβαλίνες των ζωντανών, που ήταν δεμένα στις άμαξες. Τρία τα πατώματα με περίτεχνα γείσα και ακροκέραμα και αψίδες, με μάρμαρα κατάλευκα και άλλα με γαλαζοπράσινα νερά, που δεν πέρναγαν απαρατήρητα από κανέναν.
Είχε δει και άλλα αρχοντικά ο Εμμανουήλ και το δικό τους έλεγε, μετά τη μεγάλη ανακαίνιση που έκαναν, πως δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει πολλών άλλων, αλλά ετούτο ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Δεν ήταν ο όγκος του, που το καταστούσε τόσο επιβλητικό, ούτε το αρχιτεκτονικό του σχέδιο, καθαρά δυτικοευρωπαϊκό, και τα πολύτιμα και μοναδικά υλικά κατασκευής του. Εκείνο που το έκανε να δεσπόζει στην περιοχή και να ξεχωρίζει ήταν η τεράστια έκταση, μέσα στην οποία ήταν απλωμένο.
Τουλάχιστον τέσσερα στρέμματα γης πρέπει να είχε δεσμεύσει ο Αποστολίδης για αυτή την πολυτελή κατασκευή. Στο κέντρο ακριβώς ανοίχτηκαν τα θεμέλια και το οικόπεδο μοιράστηκε στα δυο, φιλοξενώντας έτσι δίδυμες αυλές.
Τόσο καλά φροντισμένες και περιποιημένες ήταν εκείνες, που σε τίποτα δεν είχαν να ζηλέψουν αυτές, που σε γνωστούς πίνακες ζωγραφικής είχαν αποτυπωθεί, αποδίδοντας έτσι όλη τη μαγεία και την ομορφιά της φύσης, με όλες τις εκφάνσεις και τα πρόσωπα της.
Παρτέρια με λουλούδια κάθε είδους και για κάθε εποχή, που απαιτούσαν γνώσεις ειδικές για τη φροντίδα και την περιποίησή τους και δέντρα καλλωπιστικά, στην μπροστινή αυλή είχαν φυτευτεί.
Το καλοκαίρι χάριζαν απλόχερα τη σκιά και το άρωμά τους σε όποιον επέλεγε να περάσει κάποιες ώρες της μέρας κοντά τους, αποζημιώνοντάς τον έτσι και με το παραπάνω. Και άλλοτε πάλι με τη γύμνια των κλαδιών ή το μπουμπούκιασμά τους τόνιζαν την αέναη εναλλαγή των εποχών. Αυτή που θυμίζει στον άνθρωπο ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο και παντοτινό και ως τέτοια πρέπει να εκλαμβάνει και τη ζήση του όλη.
Η πίσω αυλή είχε οπωροφόρα κάθε λογής, με τους κλώνους να λυγίζουν από τους χρυσούς καρπούς. Ήταν αρχές καλοκαιριού και τα περισσότερα δέντρα βρισκόταν στην εποχή της πλούσιας παραγωγής τους.
Δυο συντριβάνια, δυο νύμφες που γέρναν τη στάμνα τους με το δροσερό νερό, που μόλις έφεραν από την πηγή, του θύμισαν το κελάρυσμα του κίτρινου χυμού στα στόματά τους, τρεις μέρες πριν, και η καρδιά του χτύπησε άτακτα και ζωηρά.
Μια λιμνούλα υπήρχε επίσης στην πίσω αυλή, γουστόζικη και γαλανή με τα χρυσόψαρα, τις πέτρες, τις χρωματιστές και τα νούφαρα, μαβιά και ρόδινα να επιπλέουν ξένοιαστα και νωχελικά, γιατί ήξεραν πως ποτέ άγριος βοριάς δεν θα ξεσήκωνε τα νερά εκείνα, για να χαλάσει το χουζούρεμά τους.
Τον εαυτό του έπιασε ο Εμμανουήλ να στέκεται πολλή ώρα έξω από ξένο σπίτι και δαγκώθηκε. Κάτι τέτοιο δεν ήταν σύμφωνο ούτε με τον χαρακτήρα και την αγωγή του, αλλά ούτε και με τα ήθη της εποχής.
Με βήματα βαριά άρχισε να απομακρύνεται και τότε μόνο κατάλαβε πως δεν θα του ήταν τόσο εύκολο, όπως αρχικά πίστευε, να δει την αγαπημένη του. Αγαπημένη.., μα πότε πρόλαβε να της χαρίσει την καρδιά του και να την αποκαλεί έτσι, όταν από αυτήν το μόνο που είχε πάρει ήταν ένα σβησμένο ευχαριστώ και δυο μάτια πράσινα και τρομαγμένα.
Και όμως σε κάτι τέτοιες στιγμές, όπως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μοίρα τους έφερε κοντά, ο άνθρωπος βλέπει πέρα από τα προφανή και ορατά, και μπορεί να εστιάσει και να ξεχωρίσει αυτά, που αξίζουν και έχουν αξία ανεκτίμητη. Και εκείνος, ναι, κατάφερε εκείνες τις λίγες στιγμές να μετρήσει τα πάντα πάνω της και να αποτυπώσει μέσα του όλο το μεγαλείο της ψυχής αυτής της κοπέλας.
Πόσα καλά ταιριασμένα επάνω της ήταν η χάρη, η ομορφιά, η γλυκύτητα, η τρυφεράδα και η αγνότητα. Δεν είναι εύκολο πράγμα η καλλιέργεια πολλών πτυχών του εαυτού μας. Δύσκολα ασχολούμαστε με τον εαυτό μας, όταν η ενασχόληση με τους άλλους μας προσφέρει μεγαλύτερη απόλαυση και ανακούφιση. Είναι πιο ακίνδυνη και λιγότερο βαθυστόχαστη από την δική μας ενδοσκόπηση.
Ακόμη και ο τρόπος, που είχε μαζεμένα τα μαλλιά με τη χρυσαφιά κορδέλα, αν και πολλά από αυτά είχαν ξεχάσει τους καλούς τους τρόπους και ξέφευγαν από δω και από εκεί, ταίριαζε μόνο σε μια γυναίκα, που παρά την φιλαρέσκειά της, δεν ξεχνούσε ούτε τη θέση ούτε και το όνομά της.
Περπάτησε ως την προκυμαία, το θαλασσινό αεράκι να ελαφρύνει το πλάκωμα μέσα του, να τον κάνει να νοιώσει και πάλι ζωντανός, καθώς τις τελευταίες μέρες ό,τι και να έκανε γινόταν χωρίς τη σκέψη και την καρδιά του, αφού εκείνες είχαν δοθεί αλλού.
Οι μέρες περνούσαν και ο Εμμανουήλ ρίχτηκε με περισσότερη θέρμη στις δουλειές του, μήπως και αυτές έπαιρναν κάπως την άλλη θέρμη, αυτή που είχε στην καρδιά και στο κορμί του ολάκερο.
Αυτή η εργασιοθεραπεία έδειχνε να τον βοηθά κάπως τη μέρα, αλλά τη νύχτα, τότε που έμενε μόνος στην κάμαρή του μέσα, ερχόταν η μορφή εκείνης και τον στοίχειωνε και τον τυραννούσε και τον άφηνε ξάγρυπνο, ως τις πρώτες πρωινές ώρες.
Άρχισε να αδυνατίζει, όσο και αν η μάνα του όργωνε τις αγορές προκειμένου να βρει ό,τι πιο αγνό και θρεπτικό υπήρχε, για να του μαγειρέψει. Τα μάτια του άρχισαν να χάνουν τη σπιρτάδα και τη λάμψη, που είχαν πάντα και έγινε κακόκεφος και αφηρημένος σε σημείο, που οι γονείς του άρχισαν να ανησυχούν σοβαρά για την υγεία του και να τρέμουν, μη και συμβεί τίποτα χειρότερο και χάσουν το παιδί τους.
Τα πράγματα δεν ήταν άσχημα εκείνο τον καιρό όμως μόνο στο σπίτι των Αλεβιζάκηδων. Ολόκληρος ο ντουνιάς βρισκόταν σε αναβρασμό.
Το μεγάλο καζάνι, που πάντα βρίσκεται δίπλα σε έναν σωρό από καυσόξυλα, που περιμένουν τη δάδα να τα πυρπολήσει, όχι μόνο έβραζε τα έξι τελευταία χρόνια, αλλά μέσα σε αυτό ήταν ριγμένοι και οι δύο αιώνιοι εχθροί, Έλληνες και Οθωμανοί.
Με τους βαλκανικούς πολέμους μπορεί η Ελλάδα να είχε ψηλώσει ηθικά και να πλάταινε εδαφικά ( Νέες Χώρες, σε αντιδιαστολή με την προϋπάρχουσα Παλιά Ελλάδα ), ερέθισε όμως και μπήκε για τα καλά στο μάτι των Οθωμανών. Σα σκουπιδάκι σκάλωσε στα μάτια τους μέσα και άγρια και βασανιστικά, ακόμη και με το πιο απαλό ανοιγοκλείσιμο των ματιών τους, τούς έδινε πόνο φριχτό.
Τη σκυτάλη μετά τους Βαλκανικούς πήρε ο Α΄ Παγκόσμιος, όπως ονομάστηκε, πόλεμος. Ήδη από τον Οκτώβρη του 1914 η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε συμμαχήσει με τη Γερμανία στον πόλεμο αυτό εναντίον της Ατάντ.
Οι κεντρικές Δυνάμεις όμως του συνασπισμού της Γερμανίας έχασαν τον πόλεμο και φυσικά και η οικονομία και κυρίως το ηθικό των Οθωμανών, μετά τις απώλειες των εδαφών τους στην Ευρώπη, που ξεκίνησαν από τους βαλκανικούς πολέμους, ήταν ρούχο χιλιοτρυπημένο. Η χαριστική βολή δόθηκε, όταν οι Δυνάμεις της Αντάντ, προχώρησαν στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο κόσμος ένα κουβάρι, αλλά η αγάπη σε πείσμα των καιρών ήρθε και ρίζωσε για τα καλά στην καρδιά του Εμμανουήλ, κυρία επί των τιμών με όλα τα διαμαντικά και τα μετάξια της.
Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη και μπορεί τα βλέμματα όλων να ήταν στραμμένα στις πολιτικές εξελίξεις, ο Εμμανουήλ δεν είχε μάτια και λογισμό για τίποτα άλλο, πέρα από τη Διώνη. Ακόμη και οι δουλειές του, που με την ενασχόλησή τους, τόσο καλά περνούσε παλιότερα, τώρα του άφηναν μια γεύση στο στόμα στιφή και ενοχλητική, σα το μουρουνόλαδο που η μάνα του στα μικράτα και ντελικάτα χρόνια του τον πίεζε να καταπίνει.
Και εκεί που το πήρε απόφαση πως τίποτα δεν θα μπορούσε να συμβεί ανάμεσα σε εκείνον και τη Διώνη και πως εκείνη ήταν απλά ένα όνειρο όμορφο, γλυκό και τρυφερό και τίποτα δεν είχε να περιμένει, την είδε ξαφνικά μπροστά του ένα πρωινό, που κατηφόριζε για το εργοστάσιο και πέτρωσε στο αντίκρισμά της, στην κυριολεξία. Ναι, εκείνη ήταν, σαν αερικό, σαν οπτασία, με το ντελικάτο της κορμί, που το κατάλευκο φόρεμά της το έκανε αγγελικό και τις καστανόξανθες μπούκλες της να πλαισιώνουν το γλυκό της προσωπάκι, την κοίταζε και δεν το πίστευε.
Και ήταν το πιο όμορφο πρωινό του κόσμου εκείνη η στιγμή, και ας μην ήταν μόνη της εκείνη, να μπορεί σιμά της να βρεθεί, λόγια αγάπης και έρωτα να της εξομολογηθεί. Του έφτανε και μόνο που την είδε. Όμορφη και υγιής έδειχνε. Αυτό προς στιγμή αρκούσε για τον Εμμανουήλ. Η αρχή είχε γίνει και αφού εκείνη έγινε οπωσδήποτε θα ερχόταν και το τέλος, το καλό, και ήταν πρώτη φορά μετά από καιρό, που ένοιωσε αισιοδοξία και ενθάρρυνση ο Εμμανουήλ.
Ρουφούσε αχόρταγα τις στιγμές, που την είχε απέναντί του, σα το διψασμένο χώμα το βρόχινο νερό και ένιωθε να σηκώνεται ψηλά και ο κόσμος να γίνεται μια σταλιά, για να υπάρχει χώρος στη γη για την αγάπη τη δική τους, που ήταν μεγάλη και εύκολα δε χωρούσε, γιατί ένιωσε, έτσι όπως τον κοίταξε, πως και εκείνη τον αγαπούσε. Τα μάτια ψέματα ποτέ δε λένε.
Μαζί της ήταν και μια άλλη κοπέλα, φίλη της υπέθεσε ο Εμμανουήλ, που είχε περασμένο το ένα της χέρι στο μπράτσο της Διώνης και με το άλλο κάτι της έδειχνε και γελούσαν και έλαμπαν και οι δυο σαν τις δροσοσταλίδες πάνω στα τριαντάφυλλα, το γλυκοχάραμα.
Τα δυο κορίτσια πέρασαν το δρόμο και στάθηκαν στη βιτρίνα ενός καταστήματος. Το χαμόγελο έσβησε ξαφνικά από τα χείλη τους και έδειχναν να συζητούν κάτι μάλλον σοβαρό πολύ. Μα φυσικά, θυμήθηκε ο Εμμανουήλ, στεκόταν ακριβώς στο σημείο που χτύπησε η Διώνη και σίγουρα θα εξηγούσε εκείνη στη φίλη της πως είχε συμβεί τότε το κακό.
Ένας πιτσιρικάς, τρέχοντας να αποφύγει τους άλλους δυο, που τον κυνηγούσαν, έπεσε με φόρα επάνω στον Εμμανουήλ και ζητώντας του γρήγορα συγγνώμη, γύρισε την πλάτη να φύγει. Οι άλλοι τον πλησίαζαν επικίνδυνα. Ο Εμμανουήλ κρατώντας τον από το μπράτσο, για να μην του φύγει, και κατεβαίνοντας στο ύψος το δικό του, έπιασε να του εξηγεί πως θα ήθελε να του αναθέσει μια δουλειά, έτσι σβέλτο και ξύπνιο που τον είδε και μάλιστα και με καλό χαρτζιλίκι.
<< Και οι άλλοι, που έρχονται, θα με πιάσουν και θα χάσω>>, αντέκρουσε την πρότασή του ο μικρός.
<<Θα τους εξηγήσουμε και, αν συμφωνούν, θα τους βάλουμε και αυτούς στη δουλειά, τι λες;>>
<<Ναι, αλλά εγώ θα πάρω τα περισσότερα και θα είμαι ο αρχηγός, σύμφωνοι;>>
<<Σύμφωνοι>>
Και πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη ο μικρός μαζί και οι άλλοι, που έφτασαν λαχανιασμένοι, έβγαλε ο Εμμανουήλ από τη τσέπη του το πορτοφόλι του και ένα μικρό μπλοκάκι και το στυλό, με το οποίο συνήθιζε να υπογράφει τις συμφωνίες, που έκλεινε, και άρχισε κάτι να γράφει. Αφού σημείωσε δυο αράδες στο χαρτί, το δίπλωσε και το έκλεισε στη χούφτα του πρώτου πιτσιρικά, μοιράζοντας σε αυτόν και τους άλλους αρκετά χαρτονομίσματα και μάλιστα όχι μικρής αξίας.
<<Και τώρα ακούστε με προσεχτικά, τις βλέπετε εκείνες τις δυο όμορφες κοπέλες, που στέκονται μπροστά στη βιτρίνα με τα καπέλα. Θέλω να τις ακολουθήσετε και, όταν δείτε το κορίτσι με το άσπρο φόρεμα και το κίτρινο καπέλο, να είναι μόνο του, θα το πλησιάσετε και θα του δώσετε αυτό το χαρτί. Μετά θα έρθετε να με βρείτε στο μαγαζί, κάτω στην προκυμαία, που θα πίνω τον καφέ μου>>, τους είπε και με ένα άγγιγμα απαλό στον καθένα τους, τους έσπρωξε κατά τη μεριά, που βρίσκονταν οι δυο κοπέλες.
Τα κορίτσια για αρκετή ώρα, χάζεψαν στα μαγαζιά και έφτασαν στην προκυμαία για ένα γλυκό και κρύο νερό. Οι πιτσιρίκοι από κοντά και εκείνη, αλλά και σε απόσταση ταυτόχρονα, δεν τις άφηναν από τα μάτια τους.
Η ώρα περνούσε και η υπόθεση, που ανέλαβαν άρχιζε να τους κουράζει, η υπομονή τους είχε εξαντληθεί και το στομάχι τους άρχισε να διαμαρτύρεται για την κενότητά του εδώ και ώρα. Συζητούσαν πως δεν υπήρχε λόγος, αφού δεν τους έβλεπε ο κύριος, που τους <<προσέλαβε>>, να ξεροσταλιάζουν νηστικοί και οι τρεις τους, ο ένας τους αρκούσε για τη δουλειά. Και τότε ο πιο μικροκαμωμένος τους σκούντησε με νόημα, να κοιτάξουν στη μεριά του ζαχαροπλαστείου.
Οι κοπέλες είχαν σηκωθεί και αφού μάζεψαν τα πράγματά τους, γάντια και καπέλα, πέρασαν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, αυτή που οδηγούσε στα σπίτια τους. Μιλούσαν και γελούσαν και κουνούσαν τα χέρια τους και καλημέριζαν, όσους συναντούσαν, μέχρι που έφτασαν σε μια στροφή του δρόμου και αφού αγκαλιάστηκαν, η καθεμιά τους πήρε και διαφορετική κατεύθυνση.
<< Αυτή είναι η ευκαιρία μας>>, είπαν και επιτάχυναν το βάδισμά τους.
Λίγα μέτρα πριν το κορίτσι, που τους ενδιέφερε, ανοίξει την καγκελόπορτα της αυλής του σπιτιού της, την πρόλαβαν και, χωρίς να πουν το παραμικρό, της έσπρωξαν στη χούφτα του χεριού της το διπλωμένο χαρτί, που λίγο ακόμη και θα επέστρεφε στην προηγούμενη κατάστασή του, αυτή του χαρτοπολτού. Τόσες ώρες σφηνωμένο στη χούφτα τους μέσα εκείνο, ήταν θαύμα που παραδόθηκε σε αναγνώσιμη μορφή.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, που εκφράστηκε δυνατά και ξάστερα στη στάση του σώματος και την όψη του προσώπου της, η Διώνη άνοιξε με αργές και προσεκτικές κινήσεις το πληγωμένο χαρτί και διάβασε τις δυο σύντομες, αλλά με καλοσχηματισμένα γράμματα, γραμμές.
<<Θα σε περιμένω στο ζαχαροπλαστείο, στην προκυμαία, αύριο το πρωί. Είναι σοβαρό. Εμμανουήλ Αλεβιζάκης.>>
Με ένα γρήγορο πέρασμα από τις στοές της μνήμης της προσπάθησε να συνδέσει το πρόσωπο με το όνομα, που αναγραφόταν στο μήνυμα.
Κάποιος, που τη γνώριζε, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο, την καλούσε να συναντηθούν, αύριο κιόλας, γιατί κάτι σημαντικό είχε να της πει.
Μα ποιος είναι αυτός, που βρήκε το θράσος να απαιτεί συνάντηση μαζί της, έτσι στα ξαφνικά και χωρίς αυτή να έχει δώσει ποτέ της τέτοιο δικαίωμα, σκέφτηκε! Και ενώ ήταν έτοιμη να καταχωνιάσει το χαρτάκι στην τσάντα της, το βλέμμα της έπεσε ξανά στις δυο τελευταίες και καταϊδρωμένες λέξεις του μηνύματος, Εμμανουήλ Αλεβιζάκης.
Μα βέβαια πως δεν το κατάλαβε αμέσως, έτσι ονομαζόταν ο νεαρός, που την έβγαλε από το σωρό των σπασμένων γυαλιών με κίνδυνο της δικής του ακεραιότητας και τη φρόντισε με τον πιο περιποιητικό τρόπο, πριν μερικούς μήνες, σε εκείνο το ατύχημα, που είχε με την άμαξα. Και εκείνη τότε ούτε ένα ευχαριστώ σωστό και με όλη τη δύναμη της ψυχής της δεν μπόρεσε να του πει.
Ήταν σοκαρισμένη και ημιλιπόθυμη τότε, αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία για τη μετέπειτα συμπεριφορά της. Θα μπορούσε να είχε μάθει για εκείνον και να του έστελνε μια ευχαριστήρια επιστολή ή ακόμη καλύτερα να μιλούσε στον πατέρα της και εκείνος έξυπνος και ευγενής, όπως ήταν, θα ήξερε τι έπρεπε να κάνουν και να έβγαινε έτσι ασπροπρόσωπη.
Μα τι καθόταν και σκεφτόταν τώρα, τι ασπροπρόσωπη και κουραφέξαλα. Δεν επρόκειτο για υποχρέωση, που ήρθε η σειρά της να εκπληρώσει. Σε θέματα αυταπάρνησης και ηρωισμού τα πρέπει και τα δήθεν δεν έχουν καμιά σχέση.
Ναι, αυτό θα έκανε τώρα, ήταν το λιγότερο, που θα μπορούσε, θα δεχόταν με χαρά την πρόσκλησή του. Πόσο κακό άραγε θα ήταν, αν σα νέα κοπέλα που ήταν, καθόταν σε ένα καθωσπρέπει ζαχαροπλαστείο και μοιραζόταν ένα γλυκό με ένα παλικάρι, έναν κύριο πραγματικό! Αυτή την εικόνα, έπρεπε να το παραδεχτεί, είχε σχηματίσει για εκείνον, από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας τους.
Ο Εμμανουήλ είχε τελειώσει και το δεύτερο καφέ του, χωρίς να έχει πάρει στιγμή τα μάτια του από το δρόμο, μη και δεν τον έβλεπαν οι πιτσιρίκοι, να προλάβει αυτός να τους φωνάξει, όταν ξεπρόβαλαν από τη γωνιά του δρόμου και οι τρεις τους με το χαμόγελο ως τα αυτιά και με τα χέρια δεμένα μεταξύ τους σφιχτά, λες και κρατούσαν μέσα σε αυτά την επιτυχία τους, για να μην τους φύγει. Τον πλησίασαν και αφού τον ενημέρωσαν για την επιτυχία της αποστολής τους, εξαφανίστηκαν στο άψε σβήσε, μήπως και προλάβαιναν κάτι της προκοπής στο μεσημεριανό τραπέζι και όχι τα αποφάγια των άλλων, με μουσική μάλιστα υπόκρουση την κατσάδα των μανάδων τους, για την αδικαιολόγητη αργοπορία τους.
Οι ώρες από το μεσημέρι και μετά κυλούσαν βασανιστικά αργά για τον Εμμανουήλ, σαν τις στάλες της πηγής, που ενώ αρχικά πέφτουν στην πέτρινη γούρνα και την καθαρίζουν και τη δροσίζουν, μετά αυτή νιώθει να την πληγώνουν και να την πονούν.
Δεν πέρασε καθόλου από τα γραφεί τους ο Εμμανουήλ με το που έφυγε από το καφενείο. Ήθελε να περπατήσει, για να διώξει την ένταση της μέρας και να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Έπρεπε να δουλέψει μέσα του και τα δυο σενάρια, και αυτό της αποδοχής της πρόσκλησής του και αυτό της απόρριψής της.
Για το πρώτο, δεν αγχώθηκε. Ακόμα και αν δεν πήγαινε όσο καλά θα ήθελε, θα είχε, μια και θα γινόταν η αρχή, την ευκαιρία να επανορθώσει. Αν δεχόταν εκείνη να συναντηθούν μία φορά, θα δεχόταν και δεύτερη. Αν τον απέρριπτε όμως, θα χρειαζόταν χρόνος πολύ να ξανασταθεί στα πόδια του και αν το κατάφερνε αυτό.
Αργά το βράδυ πήρε το δρόμο για το σπίτι κρατώντας μέσα του και σε περίοπτη θέση την εκδοχή της θετικής ανταπόκρισης της κοπέλας. Το είχε ανάγκη να πιστεύει κάτι τέτοιο, για να περάσει η βραδιά, όσο πιο αβασάνιστα γινόταν.
Βρήκε τους γονείς του στην αγαπημένη τους θέση, να συζητούν τις λεπτομέρειες της μέρας, που πέρασε και να μοιράζονται, όσα για αύριο είχαν να κάνουν.
Για τον Εμμανουήλ είχαν πάψει από καιρό να συζητούν και να ανησυχούν εκείνοι, όταν αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι, ή μάλλον έκαναν πως ανησυχούσαν, γιατί για τους γονείς το παιδί τους είναι πάντα η πρώτη τους προτεραιότητα, όσα και αν εκείνο έχει μεγαλώσει.
Ύστερα όμως από εκείνο το περιστατικό που συνέβη, όταν ήταν μικρός ακόμη, τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στο Αϊβαλί, κατάφερναν να κρύβουν καλά ο ένας από τον άλλον την όποια ανησυχία τους για εκείνον και κυρίως από τον ίδιο τον Εμμανουήλ.
Δεν είχε περάσει καλά καλά μήνας στο Ελληνικό Σχολείο, που τον έγραψαν, στην Πρώτη Τάξη του Δημοτικού, όταν συνέβη το δυσάρεστο εκείνο περιστατικό, που άλλαξε τον τρόπο, που και οι δύο γονείς αντιμετώπιζαν τον κόσμο γύρω τους, μα περισσότερο την ίδια τη ζωή.
Το πρωί τον πήγαινε τον Εμμανουήλ ο πατέρας του στο σχολείο και το μεσημέρι η μάνα του πήγαινε, την ώρα που σχολούσαν, και τον έπαιρνε.
Εκείνο το πρωινό ήταν η σειρά της κ. Λένης, όπως οι γειτόνισσες τη φώναζαν, να φτιάξει τους καφέδες και τα τραταρίσματα. Και τι δεν είπαν εκείνη τη μέρα, όλες τους, όπως μαζεύτηκαν στο σπίτι της Ελένης!
Τι για την κόρη της φουρνάρισσας με το γιο του καντηλανάφτη της εκκλησίας της Φανερωμένης είπαν, τι για την πιο καινούργια στη γειτονιά, που το χέρι του άντρα της ήταν, κατά πως φαινόταν, μακρύτερο από το κανονικό και εκείνη για να βγαίνει έξω αναγκαζόταν να βάζει ένα δάχτυλο πούδρα στο πρόσωπό της, λες και επρόκειτο για σοβά, τι για μπουρεκάκια με ανθότυρο και μέλι είπαν, μέχρι και τα φλυτζάνια του καφέ, οι αθεόφοβες γύρισαν, γιατί τάχατες η Μαρίτσα ήξερε να διαβάζει τα σημάδια στο ντελβέ, που έμαθε από τη θειά της, τη μαμή, από τα Βουρλά!
Και λόγο το λόγο ούτε που κατάλαβαν, που ο ήλιος είχε ήδη κατέβει πολύ και η νύχτα, με το που τον είδε, ξεκίνησε το στόλισμά της, για το δικό της το σουλάτσο.
Τα πόδια της Ελένης έβγαλαν φωτιές, άναψαν στην κυριολεξία από την τρεχάλα, να πάρει τον Εμμανουήλ. Έφτασε ασθμαίνοντας στο σχολείο και η ανάσα της της κόπηκε εντελώς, όταν το παιδί δεν ήταν εκεί να την περιμένει. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και ψυχή ζώσα καμιά. Έκανε ένα γύρω όλο τον μαντρότοιχο του σχολείο, κοίταξε μέσα στα γύρω στενά και με τα μάτια, ίδια με φουσκωμένους ποταμούς, πήρε το δρόμο, για τη δουλειά του Δημητρού.
Τι να του πει του ανθρώπου και πώς! Ότι ξέχασε το παιδί στο σχολείο, ίσαμε που κόνευε να νυχτώσει! Ποια μάνα έχει στο νου της πράματα άλλα, πάρεξ το βλαστάρι της! Και με το δίκιο του ο Δημητρός, να της έβαζε τις φωνές και να την καταχερίσει ακόμα, που ως τώρα μόνο το χάδι του χεριού του είχε γευτεί εκείνη καθώς και τα μύγδαλα, που της καθάριζε για τα γλυκά και τις κομπόστες, που τόσο του άρεσαν να του φτιάχνει!
Τον βρήκε να κρεμάει τα ρούχα της δουλειάς και να φορεί το μοναδικό ζευγάρι παπουτσιών, που είχε. Στα νερά και τις ελιές φορούσε κάτι παλιοπάπουτσα, που του είχε δώσει το αφεντικό του, ο Αποστολίδης. Μόλις την αντίκρισε κατάλαβε πως κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί. Δε θυμόταν ποτέ τη γυναίκα του να τον είχε άλλη φορά επισκεφτεί στη δουλειά του. Έτρεξε πρώτος εκείνος σιμά της, κρατώντας την ανάσα του βαθιά μέσα του, γι’ αυτό που εκείνη είχε να του ξεστομίσει.
<< Τι συμβαίνει Ελένη, έπαθε κάτι το παιδί, εσύ είσαι καλά;>>
<<Συγγνώμη Δημητρό μου, αποξεχάστηκα με τις παρόλες και τους καφέδες σήμερα και άργησα για τον Εμμανουήλ. Όταν έφτασα ούτε το παιδί είδα πουθενά ούτε και ίχνος του. Κοίταξα από δω, κοίταξα από κει, πήγα και ως το λιμάνι, που του αρέσει να βλέπει τα καράβια, να περνούν, μα πουθενά.>>
Με δυσκολία μιλούσε η Ελένη, καθώς τα λόγια της έβγαινα κομμάτια λάβας ηφαιστειακής από μέσα της και ούτε που άντεχε να κοιτάξει στα μάτια τον άντρα της.
Σαν πιο ψύχραιμος εκείνος, πέταξε ό,τι κρατούσε στα χέρια του και πιάνοντάς την από τον ώμο, κίνησαν βιαστικά κατά την πόρτα της αποθήκης, να βγουν έξω, να τρέξουν για το παιδί τους.
<<Πάμε, Ελένη, γιατί σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει πηχτό και θα δυσκολέψει τη δουλειά μας. Θα πάρουμε τους δρόμους γύρω από το σχολείο, θα χτυπήσουμε τις πόρτες των νοικοκυραίων και ο Θεός θα κάνει το καλό σε εμάς και το παιδί μας. Μόνο μην κλαις, αυτό μόνο μπελάδες φέρνει, μη λυποψυχάς, κουράγιο τώρα…….. τα άλλα θα τα πούμε μετά, να βρούμε το παιδί μας πρώτα…..>>
Δεν άφησαν στενό για στενό ο Δημητρός και η Ελένη εκείνη τη νυχτιά. Και πού δεν πήγαν. Τι στην αλάνα τη μεγάλη με το ύψωμα στη μέση, που σκαρφάλωναν τα παιδιά και μετά πάνω σε μια σανίδα τσουλούσαν και αγωνίζονταν να φτάσουν κάτω με αυτήν και όχι κουτρουβαλώντας! Τι στο μαγαζί με τα ξυλοκέρατα και το μαλλί της γριάς πήγαν! Τι στο λιμάνι ξανά, τώρα που είχαν ανάψει οι φανοστάτες και του άρεσε να τους βλέπουν να καθρεφτίζονται στα νερά! Μέχρι και τις εκκλησιές πήραν αράδα μη και χάθηκε και δεν μπορούσε να βρει το δρόμο για το σπίτι και ζητούσε από το Θεό ένα αστέρι να φέξει το δρόμο, το σωστό, σαν αυτό που έφερε τους τρεις μάγους στη σπηλιά, που γεννήθηκε ο Χριστός.
Είδαν και απόειδαν οι δυο τους που τίποτα από τον Εμμανουήλ δεν βρήκαν και όσο και να έψαχναν μόνοι τους, μες στη νυχτιά, δεν θα κατάφερναν να τον βρουν και χολωμένοι και κατάκοποι πήραν το δρόμο για το σπίτι. Και πως να έμπαιναν στο σπίτι τους και πως να στεκόταν, όταν μέσα στη νύχτα, τη βαθιά, μόνο του το σπλάχνο τους ήταν, φοβισμένο και νηστικό! Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν, σκεφτόταν οι δυο τους φαρμακωμένοι και απελπισμένοι και τα πόδια τους αντί μπροστά, πίσω τους γύριζαν.
<< Μαμά, μπαμπά, μαμά μου>>, ακούστηκε η φωνούλα του Εμμανουήλ και δυο χεράκια μικρά έπεσαν επάνω τους, χάδι και βάλσαμο γλυκό, αντίδοτο γερό στο φαρμάκι, που ώρες τώρα έπιναν, γουλιά γουλιά, οι δόλιοι γονείς.
Τέτοια χαρά ο Δημητρός είχε να πάρει από τη μέρα, που ασήμωνε και κερνούσε για τα συχαρίκια της γέννησης του γιου του και ακόμη μεγαλύτερη.
Γιατί και η χαρά είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη, όταν ξαναβρίσκεις το πολυτιμότερο, που νομίζεις ότι έχασες, από όταν χαίρεσαι για κάτι που πρώτη φορά σου δίνεται και ακόμη δεν έχεις μάθει την αξία του.
Έσφιξαν δυνατά πάνω τους ο Δημητρός και η Ελένη το σπλάχνο τους και άφησαν επιτέλους τους εαυτούς τους ελεύθερους να ξεσπάσουν και να εκφραστούν. Χείμαρροι έγιναν τα δάκρυά τους, που το νερό τους, αγίασμα και μύρο μαζί, έφτανε ως τα φυλλοκάρδια τους, τα εξάγνιζε και σταλιά σταλιά τα ηρεμούσε.
Μετά τα αγκαλιάσματα και τις χαρές, ήρθε η σειρά του Δημητρού να βάλει μια και καλή τα πράγματα στη θέση τους, γιατί άλλη φορά τέτοιο κακό δεν θα μπορούσε να το αντέξει.
Αφού μίλησε πρώτα στη γυναίκα του σε τόνο που μέχρι τώρα εκείνη δεν είχε ακούσει, γιατί προφανώς και δεν υπήρξε άλλοτε λόγος που να δικαιολογούσε μια τέτοια συμπεριφορά από μέρους του απέναντί της, στράφηκε στον Εμμανουήλ που είδε τον πατέρα του πρώτη φορά να τον κατακεραυνώνει, όχι με το χέρι του , γιατί ποτέ ο Δημητρός δεν σήκωσε το χέρι του σε κανέναν, για να πετύχει αυτό που ήθελε, πάρεξ εκείνη τη μία και μοναδική φορά με τον Καταχεράκη, αλλά με τα μάτια του.
Εκείνα τα πράσινα μάτια, που ήρθαν και σκοτείνιασαν και άστραψαν σαν το λεπίδι στη φωτιά και τον έτσουξαν πιότερο από το σπίρτο, που του έβαζε η μάνα του, όταν ερχόταν με τα γόνατα και τους αγκώνες γδαρμένους και σκισμένους από τα πεσίματα, είδε ο Εμμανουήλ εκείνο το βράδυ και πόνεσε, όσο ποτέ δεν είχε πονέσει σε όλη του τη ζήση, τη μικρή.
Κλείστηκε ο Εμμανουήλ στο δωμάτιό του και μήτε μπουκιά, μήτε νερό έβαλε στο στόμα του εκείνο το βράδυ. Την άλλη μέρα, το πρωί, η μάνα του ανέβηκε στην κάμαρά του να τον ετοιμάσει, όπως έκανε κάθε μέρα, για το σχολείο.
Ο Εμμανουήλ έμοιαζε να κοιμάται ακόμη, αλλά η αναπνοή του έβγαινε καυτή και με κάποια δυσκολία. Αγγίζοντας το κεφαλάκι του, ένοιωσε η Ελένη φωτιά να πυρώνει τα χέρια της και είδε τα χειλάκια του παιδιού της σκασμένα και στεγνά.
Ο γιατρός, ο κ. Θεοδωρίδης, που ήρθε, δεν βρήκε τίποτα άλλο στο παιδί εκτός από τον υψηλό πυρετό και συνέστησε να του δίνουν πολλά υγρά και λίγη κοτόσουπα και φυσικά να μείνει στο κρεββάτι, για τις επόμενες τουλάχιστον δυο μέρες. Μάλλον θα κρύωσε, τους είπε, και αφού οι αμυγδαλές του δεν ήταν ερεθισμένες και ούτε πνευμονία είχε πάθει, να έκαναν υπομονή, τους είπε και το παιδί τους γρήγορα θα συνερχόταν.
Έξι ημερόνυχτα πέρασαν στο προσκέφαλο του οι γονείς του και ο Εμμανουήλ κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του επιτέλους και να πει δυο λέξεις μόνο, όταν ο Δημητρός μέσα στην απελπισία του, τον πήρε στα γόνατά του και τον χάιδευε και τον κανάκευε και σπαρταρούσε και μέσα στα αναφιλητά του τα έβαζε με τον εαυτό του, που φέρθηκε με τόση αγριάδα στη φωνή σε ένα τρυφερό πλασματάκι, σαν το αγοράκι του.
<<Συγγνώμη, μπαμπά>>, βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του Εμμανουήλ και ήταν σα να φώτισε η πλάση ολόγυρα και άρχισε να χτυπά σωστά και ρυθμικά η καρδιά του Δημητρού. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά για τον Δημητρό, που πίκραινε έτσι το γιο του.
Της μάνας τα ξεσπάσματα είναι αλλιώτικα, είναι μικρά και παιχνιδιάρικα, και γρήγορα ξεπερνιούνται, μα όταν πέσει βαριά η σκιά του πατέρα, μένει εκείνη σαν τον λεκέ τον δύσκολο και δύσκολα ξεπερνιέται.
<<Καλώς το τζιέρι μου >>, τον καλοδέχτηκε η μάνα του και έκανε να σηκωθεί, να τον πλησιάσει.
<<Να σου βάλω γιε μου κομματάκι σαρμά, που έμεινε από το μεσημέρι, με λίγη σαλάτα; Τα συκωτάκια, ξέρω, είναι η αδυναμία σου από μικρός που ήσουν, και ευτυχώς δηλαδή. Όταν ο γιατρός, ο κ. Θεοδωρίδης μας συνέστησε, για τη μικρή αναιμία που είχες, τακτικές δόσεις συκωτιού, δαγκώθηκα, μη και δεν σου άρεσε, θυμάσαι, γιόκα μου, μα εσύ το κατάπινες χαμογελώντας και μπουκωμένος έβαζες πλώρη για την άλλη πιρουνιά! Μόνο εκείνο το μουρουνόλαδο δεν άντεχες και σκιζόταν η ψυχή μου κάθε φορά, που κράταγε τα χεράκια σου και τη μυτούλα σου ο πατέρας σου, για να το καταπιείς.
<<Μη σηκώνεσαι μάνα, δεν πεινάω, ήπια ένα ουζάκι στον κ. Μηνά με μεζέ περιποιημένο και με κρατάει. Πατέρα, εσύ, είσαι καλά;>>
<<Ναι, ναι παλικάρι μου, είμαι καλά, δόξα τω θεώ, την καβατζάραμε και αυτή τη μέρα.>>
<<Θα μου επιτρέψετε τώρα να ανεβώ στην κάμαρά μου. Νιώθω περισσή την κούραση πάνω μου, δεν με κρατούν τα πόδια μου. Καληνύχτα σας.>>
<<Καληνύχτα παλικάρι μου, καλό ξημέρωμα.>>
Γρήγορα έπεσε στο κρεβάτι ο Εμμανουήλ, αυτό το κρεββάτι που με τόση αγάπη κάθε μέρα η μάνα του έστρωνε και τακτοποιούσε.
Με το στρώμα δυο πήχες, ξαπλώνοντας πάνω του, είχες την αίσθηση ότι έμπαινες σε κήπο ολάνθιστο, τόσο έντονη ήταν η ευωδιά από τη λεβάντα και το ροδόνερο, με τα οποία ήταν πλυμένα τα κατάλευκα σεντόνια.
Και με τα πουπουλένια μαξιλάρια του, που έπαιρναν αμέσως την κούραση, ένοιωθες ότι ταξίδευες σε άλλες πολιτείες, θάλασσες και στεριές.
Του Εμμανουήλ όμως αυτή τη νυχτιά ύπνος δεν του κολλούσε. Με τα μάτια του στυλωμένα στο ταβάνι έφερνε και ξανάφερνε μπροστά του τη μορφή της Διώνης, όπως την θυμόταν στην απρόσμενη και φευγαλέα συνάντηση μαζί της ώρες πριν.
Οι στιγμές που πέρασε στο λιμάνι, περιμένοντας τους πιτσιρικάδες να τον ενημερώσουν για την έκβαση του εγχειρήματός τους, να την πλησιάσουν εκ μέρους του, δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν να σκεφτεί, όσα θα της έλεγε την επομένη, αν φυσικά εκείνη δεχόταν την πρόσκλησή του να συναντηθούν. Η καρδιά του, που χτυπούσε άτακτα και ζωηρά, λες και εμπόδιζε τη συγκέντρωση της σκέψης και του λογισμού του.
Ακόμα και τώρα, αυτή η γλυκιά αναστάτωση μέσα του δεν έλεγε να κοπάσει. Έπρεπε λοιπόν να προετοιμαστεί και δεν ήξερε, αν η νύχτα θα του ήταν αρκετή.
Λίγο το ούζο όμως του κ. Μηνά, λίγο το φτάσιμο της νύχτας στις πιο βαθιές της ώρες, ήρθαν τα βλέφαρά του και σφάλισαν και παραδόθηκαν σε έναν ύπνο ήσυχο και βαθύ, σαν του μωρού, που τίποτα ακόμη δεν έχει τη δύναμη να διαταράξει.
Με τις πρώτες ακτίνες να τρυπώνουν παιχνιδιάρικα στο δωμάτιό του ο Εμμανουήλ πετάχτηκε από το κρεββάτι του και αφού ετοιμάστηκε προσέχοντας ιδιαίτερα σήμερα την εμφάνισή του, κατέβηκε να καλημερίσει τους γονείς του και να πιει τον πρώτο καφέ της ημέρας μαζί τους.
Όρος απαράβατος της μάνας του, της κυρά Ελένης, ήταν τον πρώτο καφέ της μέρας να τον πίνει όλη η οικογένεια μαζεμένη στην κουζίνα του σπιτιού τους, για να έχει την ευκαιρία εκείνη να τους ταϊσει τα καλύτερα βούτυρα και τα πιο φρέσκα αυγά, που αξημέρωτα έψαχνε στις άμαξες και τα κοφίνια των πραματευτάδων.
Τον είχε έγνοια μεγάλη τον Εμμανουήλ ακόμη η μάνα του και ας είχε περάσει εκείνος τα είκοσι, όπως στα μικράτα του, που ήταν λιγόφαγος και ντελικάτος. Την ίδια βέβαια αδυναμία έδειχνε και στον άντρα της, τον Δημητρό της, αφού για παιδί, λίγο πιο μεγάλο, τον θωρούσε και εκείνον.
Την κοίταζε ο Δημητρός έτσι στοργικά και τρυφερά, που τον πρόσεχε και εκείνον και ένοιωθε ο πιο πλούσιος και ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να της χαλάσει χατίρι εκείνος, ό,τι ζήταγε, ό,τι έλεγε η Ελένη του ήταν νόμος και έπρεπε να τον σεβαστεί!
Προφασίστηκε στον πατέρα του ο Εμμανουήλ ότι είχε μια δουλειά προσωπική, που θα τον κρατούσε τη μέρα εκείνη μακριά από τα γραφεία τους και τον παρακάλεσε να μείνει εκείνος στο πόστο του, για όσο χρειαζόταν.
Όχι ότι χρειαζόταν παρακλήσεις ο Δημητρός, για να βρεθεί στο μόνο μέρος που αγαλλίαζε η ψυχή του και χαιρόταν πραγματικά, αλλά έτσι για την τάξη και την ισορροπία των πραγμάτων καλό ήταν που ο γιος του του έδινε αναφορά και του ζητούσε τη βοήθειά του.
Με ένα νεύμα του κεφαλιού του ο Δημητρός έδωσε την συγκατάθεσή του μαζί και ένα τεράστιο και λαμπερό χαμόγελο και χωρίς να σχολιάσει τίποτα παραπάνω.
Μόνο η Ελένη κάτι πήγε να πει, αλλά μια ματιά του Δημητρού, όλο νόημα, της έκοψε γρήγορα τη φόρα. Αρκέστηκε μόνο, όπως έκανε κάθε πρωί, να ξεπροβοδίσει τους δυο άντρες της ζωής της με ένα φιλί και σταυρώνοντάς τους από πίσω, την ώρα που διάβαιναν εκείνοι την πόρτα του σπιτιού τους.
Με το καπέλο ανά χείρας, ντυμένος κομψά και φροντισμένα, έκλεισε την πόρτα, πίσω του, απαλά, ο Εμμανουήλ και κατευθύνθηκε, για το μέρος της συνάντησής του, όπως έλπιζε, με την Διώνη.
Κάθισε σε μια γωνιά του ζαχαροπλαστείου και σε θέση τέτοια, ώστε να βλέπει όλο το δρόμο, να ξεδιπλώνεται μπροστά του, μη τυχόν εκείνη δεν τον δει και τον προσπεράσει. Παρήγγειλε τον δεύτερο καφέ της ημέρας και γεμάτος προσμονή και ανυπομονησία την περίμενε!
Η Διώνη άνοιξε τα μάτια της, εκείνο το πρωινό, αλλά ζαλισμένη σαν από τρελό μεθύσι, δεν μπορούσε να κουνηθεί, ούτε για να αλλάξει πλευρό. Όλη τη νύχτα πάλη μεγάλη έδινε με τον εαυτό της. Μια τον μάλωνε που αφέθηκε να επηρεαστεί από ένα τόσο δα χαρτάκι και έχασε την ηρεμία και τη γαλήνη της ψυχής της και μια τον έπιανε να βιάζεται και να ποθεί, για τη συνάντηση αυτή.
Αφού αποφάσισε τι θα φορούσε και κυρίως ποια δικαιολογία θα έλεγε στον πατέρα της, για τη σημερινή της έξοδο, κατέβηκε στο αίθριο, όπου συνήθως τέτοια εποχή έπαιρναν οι δυο τους το πρωινό τους και συζητούσαν, πως θα περνούσαν τη μέρα, που είχε ξημερώσει.
Τη μητέρα της η Διώνη την έχασε σε πολύ τρυφερή ηλικία και σχεδόν δε θυμάται τίποτα από εκείνη. Το μόνο που της είπαν, αλλά πέρασε πολύς καιρός για να το καταλάβει, ήταν ότι εκείνη έφυγε για ταξίδι πολύ μακρινό.
Στην πραγματικότητα δεν είχε χάσει μόνο τη μητέρα της η Διώνη, αλλά για πολύ πολύ καιρό δεν είχε κοντά της ούτε τον πατέρα της. Βαθύτατα πληγωμένος εκείνος από τον άδικο και αναπάντεχο χαμό της γυναίκας του, ξέχασε πως υπήρχε και ένα παιδί στο σπίτι, που τον χρειάζονταν.
Η μικρή Διώνη παραδόθηκε στα χέρια της γκουβερνάντας και των άλλων γυναικών, που δούλευαν στο μεγάλο αρχοντικό, και μεγάλωνε με βόλτες και παιχνίδια πολλά, αλλά χωρίς το βασικό, την πατρική, ζεστή αγκαλιά.
Τον πρώτο καιρό, μωρό ακόμη, φαινόταν ήρεμη και χαρούμενη, εκτός από κάποιες, λίγες στιγμές, που την έπιανε γκρίνια, γιατί μάλλον της έλλειπε η μυρωδιά εκείνης. Κατάφερναν οι μεγάλοι και κάλυπταν το κενό και την έλλειψη αυτή με ένα καινούργιο παιχνίδι.
Όμως και τον πατέρα της η Διώνη τον έβλεπε όλο και λιγότερο. Το άλλοθι του ήταν οι πολλές δουλειές, που τον κρατούσαν στο εξωτερικό, αλλά οι άνθρωποι του σπιτιού είχαν καταλάβει πως η απουσία του αυτή είχε να κάνει εμμέσως πλην σαφώς και με τη μικρή Διώνη. Στην επιθυμία τους το ζεύγος Αποστολίδη να αποκτήσουν και ένα γιο, δεν στάθηκαν, δυστυχώς, πολύ τυχεροί με αποτέλεσμα να βλέπει ο Αποστολίδης στο πρόσωπο κάθε μικρού παιδιού, ακόμα και του δικού του, την αιτία του χαμού της γυναίκας του. Το πληγωμένο του εγώ και η αρρωστημένη αγάπη, που έτρεφε για την γυναίκα του, τον έκαναν να θεωρεί γενικά την απόκτηση ενός παιδιού λάθος και κακοτυχία.
Έγκυος στο δεύτερο παιδί τους ήταν η Αγγελικούλα, η γυναίκα του Αποστολίδη και ένιωθε εκείνος ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Με γέλια και χαρές έφευγε για τη δουλειά, με περισσότερη καλή διάθεση επέστρεφε. Η αγάπη του μοιράζονταν ακριβοδίκαια στα δυο πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής του, τη γυναίκα και την κόρη του.
Και η Διώνη ζούσε τα παραμύθια με το πιο όμορφο και γλυκό τέλος, που άλλα παιδιά ούτε καν τα είχαν ακουστά.
Ξημέρωσε εκείνη η καταραμένη μέρα, που έφερε τα πάνω κάτω, βυθίζοντας στο πένθος και τη δυστυχία δυο ανθρώπους, που δεν έφταιξαν σε τίποτα. Βροχή και δυνατοί αέρηδες, σα σε διαγωνισμό, αναμετριόντουσαν στη δύναμη και την ταχύτητα. Αστραπόβροντα έσκιζαν τους ουρανούς και τράνταζαν συθέμελα τα σπιτικά των ανθρώπων.
Με κακή διάθεση σηκώθηκε εκείνο το πρωινό η Αγγελική, ζητώντας από τον άντρα της να μείνει κοντά σε εκείνη και το παιδί τους, γιατί δεν ένοιωθε και τόσο καλά. Άλλωστε κατακλυσμός Κυρίου γινόταν έξω, δεν θα πάθαινε και τίποτα η επιχείρησή τους, αν για μια μέρα εκείνος δεν πήγαινε στη δουλειά! Χατίρι δε χάλαγε κανένα εκείνος στις γυναίκες του και το ήξερε αυτό η Αγγελική, πίστεψε πως μια και μόνο κουβέντα της θα ήταν αρκετή για να τον πείσει.
Όσο φωνακλάς και αψύς ήταν με τους εργάτες του ο Αποστολίδης, τόσο γλυκός και μαλακός, ζυμαράκι εύπλαστο γινόταν, όταν επέστρεφε στο σπίτι και αφηνόταν στα γυναικεία χάδια και τα παιχνίδια. Να τις κακομαθαίνει του άρεσε πολύ και να ψευτοθυμώνει, όταν δήθεν δεν άκουγαν αυτά, που τις έλεγε και μετά ξεκαρδιζόταν στα γέλια και πέταγε ψηλά τη Διώνη και μετά κάτω, κάνοντας τη αεροπλανάκι και κυλιόντουσαν στα παχιά χαλιά και γαργαλιόντουσαν και τραγουδούσαν.
Αργά το απόγευμα εκείνης της μέρας, η Αγγελική ένιωσε τον πρώτο πόνο χαμηλά. Δεν πήγε το μυαλό της στο παιδί μέσα της, γιατί λογάριαζε τον ερχομό του με αυτή του Χριστού, δυο μήνες μετά. Οι πόνοι όμως έρχονταν και έφευγαν συχνότερα και πιο οξείς. Σε έναν από αυτούς, μαχαίρι σουβλερό, έβγαλε κραυγή πικρή, άγρια, δυνατή. Σιμά της βρέθηκε ο άντρας της, ο Κωνσταντίνος Αποστολίδης, και βλέποντας τον πόνο και την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, έτρεξε κατά τους στάβλους και σελώνοντας την πιο γρήγορη φοράδα, έσπευσε για το σπίτι του γιατρού.
Όλη τη νύχτα σφάδασε η Αγγελική. Οι πόνοι έσκιζαν τα σωθικά της πιότερο δυνατά και από τις αστραπές στον ουρανό. Ξημερώματα βγήκε ο γιατρός από την κάμαρά της, με πρόσωπο κίτρινο σαν το κερί και μάτια αδειανά.
<<Λυπάμαι Κωνσταντή, έφυγαν και οι δυο, λυπάμαι πολύ….>>
Ο κόσμος χάθηκε για τον Κωνσταντίνο με την τελευταία αστραπή, που έσβησε στον ουρανό. Και μαζί έσβησε και το όνειρο, που έζησε τα τελευταία χρόνια.
Ένα πακέτο σπίρτα ήταν η ζωή του, σαν αυτά που έκαψε το κοριτσάκι του παραμυθιού, τη νύχτα των Χριστουγέννων, και έζησε για πρώτη φορά ζεστασιά και θαλπωρή, αλλά τα σπίρτα σώθηκαν και η λάμψη χάθηκε και το χιόνι ήταν εκεί έτοιμο να το λυτρώσει και …….το λύτρωσε.
Οι μέρες περνούσαν και η ζωή για τον Κωνσταντίνο έμοιαζε με κινούμενη άμμο. Όσο κουνιόταν, τόσο πιο βαθιά βυθιζόταν και έτσι απάγκιασε, σταμάτησε να ζει και μόνο η ανάσα του και αυτή μισή.
Η Διώνη μεγάλωνε και η ομορφιά της μητέρας της αντανακλούσε επάνω της μέρα τη μέρα και πιο πολύ. Όταν πια μεγάλωσε αρκετά και έμαθε τα τραγικά γεγονότα έκλαψε πολύ και για το χαμό της μητέρας της και του αδερφού της, μα περισσότερο για τον πατέρα της και τη ζωή, που επέλεξε εκείνος στο εξής να κάνει, ζωή βυθισμένη στον πόνο και την απελπισία από την απουσία εκείνης, ζωή χαμένη.
Θύμα τραγικό αυτής της ιστορίας ήταν φυσικά και εκείνη, έτσι ένοιωθε καθώς ζούσε με τη σκιά του πατέρα της να πέφτει βαριά επάνω της, χωρίς ένα λόγο του γλυκό, ένα χάδι, αλλά εκείνος ήταν το μόνο, που της είχε απομείνει και έπρεπε, τώρα που μεγάλωσε να τον στηρίξει, να του δώσει λίγη από την αγάπη, που του κλέψανε και έτσι, ίσως, να έφτανε λίγη και σε εκείνη.
Αυτοί που φέρνουν το φως του ήλιου στις ζωές των άλλων, σκεφτόταν, δε γίνεται να μην το φέρουν και στις δικές τους!
Προσπάθησε πολύ να πλησιάσει τον πατέρα της και να κερδίσουν το χαμένο τους καιρό. Άργησε ο Κωνσταντίνος να αποτινάξει από πάνω του όλα εκείνα, που του ρούφαγαν τους χυμούς της ζωής και τον στέγνωναν και τον μαράζωναν. Ήταν ακόμη απόμακρος μαζί της, ώσπου ένα απόγευμα, που γύρισε νωρίτερα από τις δουλειές του και μπήκε κατευθείαν στην κάμαρά του. Δεν πρόλαβε η Διώνη, που ήταν μέσα, να αντιδράσει.
Φορούσε ένα από τα υπέροχα φορέματα της μητέρας της και κοιταζόταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη. Πάγωσε ο πατέρας της αντικρίζοντάς τη. Ήταν σα να είχε μπροστά του την αγαπημένη του γυναίκα, ξανά. Πλησίασε, άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει. Δεν ήταν συνηθισμένη η Διώνη σε τέτοιες συμπεριφορές και ενστικτωδώς έκανε να απομακρυνθεί.
Πάτησε όμως το φόρεμα, το μακρύ και έπεσε κάτω, χτυπώντας το κεφάλι της στην άκρη του δρύινου κρεβατιού.
Στη θέα του αίματος, που έτρεχε, σα να ξύπνησε ο Αποστολίδης από λήθαργο βαθύ. Βγάζοντας μια κραυγή σπαρακτική, πήρε στα χέρια την κόρη του και άρχισε να μοιρολογεί.
Τα δάκρυά του συνέφεραν τη Διώνη, που είχε χάσει τις αισθήσεις της, ευτυχώς μόνο για λίγο, και από τη στιγμή εκείνη λες και διαλύθηκε το σκοτεινό πέπλο, που έπεσε στο σπιτικό τους τόσα χρόνια, και η αγκαλιά του πατέρα έγινε η αγαπημένη θέση της Διώνης. Τα μάγια, τα σκοτεινά, επιτέλους λύθηκαν….
Αφοσιώθηκε στην ανατροφή της κόρης του από τη μέρα εκείνη και στο εξής ο Αποστολίδης, έγινε η Διώνη ο σκοπός και ο λόγος της ύπαρξής του και προσπάθησε να πάρει πίσω το χρόνο, που έχασαν οι δυο τους. Οι σχέσεις τους ήταν οι καλύτερες, που θα μπορούσαν να υπάρξουν ανάμεσα σε έναν πατέρα και μια κόρη.
Ταξίδευαν πολύ, μιλούσαν πολύ, έκαναν βόλτες ατέλειωτες στην προκυμαία, αλλά και μέσα στην πόλη. Την άκουγε ακόμα και σε θέματα δουλειάς και το όνειρό του, όπως και κάθε γονιού, ήταν να τη δει ευτυχισμένη στο πλευρό κάποιου, που να της αξίζει και, αν ο Θεός το ήθελε, να πάρει στα χέρια του τον πρώτο τουλάχιστον καρπό της αγάπης του ζευγαριού, το πρώτο του εγγόνι.
<<Καλημέρα πατέρα, πως είσαι σήμερα;>>
Τον βρήκε να απολαμβάνει το πρωινό του, κάτω στο αίθριο. Χαρίζοντάς της εκείνος το πιο ζεστό χαμόγελό του, την πήρε στα χέρια του και φίλησε απαλά το μέτωπό της.
<< Αν εξαιρέσεις τις σουβλιές στο πόδι, που με πιάνουν κάθε που αλλάζει ο καιρός, είμαι καλά. Πρέπει να φύγω, έχω ήδη αργήσει. Έχω να κλείσω μια νέα συμφωνία σήμερα, με έναν αντιπρόσωπο από τη Μυτιλήνη και πρέπει να σε αφήσω, δυστυχώς, μόνη, να απολαύσεις το πρωινό σου>>.
<< Ξέρεις, πατέρα, ήθελα την άδειά σου για σήμερα, να κατέβω στην προκυμαία, για μια βόλτα και να περάσω από την κ. Μαρίκα, που μου μήνυσε πως έφερε καινούργια πατρόν, κατευθείαν από το Παρίσι. Θέλω να ράψω ένα καινούργιο φόρεμα, για τη γιορτή της Μεγαλόχαρης, που είναι τον άλλο μήνα>>, με νάζι και χάρη περισσή, όπως μόνο εκείνη είχε, ενημέρωσε τον πατέρα της η Διώνη για τα σχέδια, που είχε για εκείνη τη μέρα και φυσικά γνωρίζοντας ότι εκείνος δεν θα της έλεγε όχι, συνέχισε το πρωινό της ανέμελη και ευδιάθετη. Και είχε δίκιο.
Ένα απαλό χέρι, το χέρι του πατέρα της, γλίστρησε απαλά πάνω στα δεμένα με θαλασσιά κορδέλα μαλλιά της και έδωσε το μήνυμα της θετικής ανταπόκρισης ενός πατέρα στο αίτημα της μοναχοκόρης του. Η μέρα θα εξελισσόταν υπέροχη, σκέφτηκε χαμογελώντας η Διώνη, αλλά δεν ήξερε και πόσο σημαντική θα έμελλε να είναι, αφού θα αποτελούσε και την απαρχή ενός νέου κεφαλαίου στη ζωή της.
Την είδε ο Εμμανουήλ να πλησιάζει και ήταν σα να έβλεπε το ομορφότερο πλάσμα του κόσμου, αέρινη, λαμπερή και δροσερή. Με το φόρεμα το θαλασσί, να κυματίζει σα πανί μπρατσέρας στο πέλαγος, και τα ριγμένα στους ώμους της καστανόξανθα μαλλιά, ίδια με αραδιασμένες, χρυσαφένιες θημωνιές σε κάμπο απέραντο, μετά τον πρώτο θερισμό, το λιόγερμα. Ίσα που άγγιξε τα ακροδάχτυλα των χεριών της. Μακριά και εύθραυστα σαν από πορσελάνη εκείνα, για αυτό και πρόβαλαν προστατευμένα στο μετάξι των γαντιών.
Το άρωμα των μαλλιών της θύμιζε εκείνο του γιασεμιού τους στο μπαλκόνι, που τον κράταγε συντροφιά τις άγρυπνες νύχτες του καλοκαιριού και τα χείλη της πετροκέρασα του Απρίλη, του ερωτικού.
Πολλά δεν είπαν. Δε χρειαζόταν. Τα μάτια τους όμως, σα συνεννοημένα από πριν, τα είπαν όλα, τα συμφώνησαν όλα. Μια αγάπη μεγάλη έμελλε να ανατείλει και να αποτελέσει την απαρχή μιας σοδειάς ανθρώπων, που πολλά είχαν να δώσουν.
Σα μικροί σπόροι, που έπεσαν πάνω στη γη και τη φώτισαν με τα λουλούδια τους έμελλε να αποδειχτούν στα χρόνια, που θα ακολουθούσαν, άλλα μαύρα σαν το αίμα το πηχτό και άλλα ρόδινα σαν τις μέρες του Μαγιού, ο Εμμανουήλ και η Διώνη.
Ο καιρός ψύχρανε για τα καλά και μαζί με τα νέα για τις διώξεις των χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που εδώ που τα λέμε ποτέ δεν είχαν σταματήσει στη γωνιά εκείνη του κόσμου, έκλεισαν τους ανθρώπους για τα καλά στα σπίτια τους, μα πιότερο σφάλισαν τις ψυχές τους. Πολλοί χάθηκαν στα Τάγματα Εργασίας, στα βάθη της Ανατολής, και άλλοι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, κατηγορούμενοι ως υπονομευτές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Περιουσίες άλλαξαν χέρια σε μια νύχτα προκειμένου να βρεθούν τα χρήματα, για να αποφευχθούν τα χειρότερα
Ο Εμμανουήλ, πληγωμένο λιοντάρι στο κλουβί, μόλις είχε δώσει ένα τεράστιο ποσό, για να μην σταλεί αυτός και ο πατέρας του στην κόλαση, στα ενδότερα της Ανατολίας και αφήσουν εκεί την τελευταία τους πνοή. Έβριζε θεούς και δαίμονες, που ό,τι με τόσο κόπο και θυσίες είχαν καταφέρει να μαζέψουν, έπρεπε τώρα, μέσα σε δυο στιγμές, να το δώσουν μπαξίσι στους τρισκατάρατους, τους Νεότουρκους για να τους επιτρέψουν να ζήσουν.
<<Οι άνθρωποι κάνουν τα χρήματα και όχι τα χρήματα τους ανθρώπους>>, έλεγε η μάνα του και σκούπιζε τις στάλες, που κρέμονταν από τις άκρες των ματιών της.
<<Να περάσει το κακό, να ξεθυμάνει, και θα τα ξαναμαζέψουμε τα γρόσια και τις λίρες, τις χρυσές, και έχουμε χαρές πολλές μπροστά μας να τις ξοδέψουμε και να ζήσουμε, πάρα πολλές>>. Με τέτοιες κουβέντες, που ούτε η ίδια η Ελένη, η μάνα του Εμμανουήλ πίστευε, προσπαθούσε να στηλώσει τους άνδρες της, να μην αποκαρδιωθούν τώρα, που η χρεία για κουράγιο και απαντοχή ήταν μεγαλύτερη.
Μόνη ακτίνα φωτεινή στους ζοφερούς καιρούς και σαν κόντρα στο πείσμα τους, ήταν ο έρωτας του Εμμανουήλ και της Διώνης, που άνθιζε και ευωδίαζε μέρα τη μέρα όλο και πιο πολύ. Κανείς από την οικογένειά τους δε γνώριζε ούτε και υποπτεύθηκε το παραμικρό. Φύλαξαν το μικρό τους μυστικό σα ξύλο τίμιο, φερμένο με χίλιους δυο κινδύνους από τα άγια χώματα της Ιερουσαλήμ.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ο Εμμανουήλ θεώρησε τώρα, που κάπως τα πράγματα έμοιαζαν να έχουν πιάσει απάνεμο λιμάνι και με αφορμή την ονομαστική του εορτή, πως ήταν μια καλή ευκαιρία να μιλήσει στους γονείς του, για τη Διώνη.
Αν και εκείνοι συμφωνούσαν, δηλαδή αυτό το τελευταίο ούτε που τον απασχολούσε πραγματικά, την απόφαση του ο ίδιος την είχε πάρει, θα ήθελε να πήγαιναν να ζητήσουν τη Διώνη από τον πατέρα της, ως είθισται στην κοινωνία τους και τα χρηστά της ήθη.
<<Και ποια είναι η κοπέλα αυτή, γιε μου, την εξεύρεις καλά, ποιοι είναι οι γονείς, ποια είναι η γενιά της >>, άρχισαν τις ερωτήσεις, τις απανωτές η μάνα και ο πατέρας του με το που τους έκανε την πρώτη νύξη εκείνος.
<<Σιγά με τις ερωτήσεις, πατέρα, όλα θα τα μάθετε, στην ώρα τους. Τη λένε Διώνη και είναι το πιο λατρευτό πλάσμα του κόσμου. Έχασε τη μάνα της , όταν ήταν μικρή πολύ. Δεν τη θυμάται καθόλου σχεδόν και τη μεγάλωσε ο κύρης της. Πριγκίπισσα την αποκαλεί και μάρτυς μου ο Θεός, καθόλου δε λαθεύει. Όλα πάνω της τόσο διαλεχτά και όμορφα είναι ταιριασμένα, που μόνο μια πριγκίπισσα αληθινή δικαιούται να διεκδικεί αυτόν τον τίτλο>>. Μιλούσε και έλαμπε ο Εμμανουήλ, πιότερο και από τον έναστρο ουρανό σε νύχτα βαθιά, τόσο ερωτευμένος ήταν.
<<Ερωτοχτυπημένο σε νιώθω γιόκα μου και ο έρωτας γίνεται φαρμάκι πικρό στα χέρια οπού είναι άμαθος και δεν ξέρει πως να τον κουμαντάρει και άλλοτε βάλσαμο γλυκό, που την καρδιά γιατρεύει>>, του είπε η μάνα του και τον έκλεισε στην αγκάλη της, όπως έκανε, όταν μικρός της παραπονιόταν για το ένα και το άλλο, που τάχα του πονούσε.
Αφού άκουσαν με προσοχή οι γονείς του, όσα ακόμη ο Εμμανουήλ είχε να τους πει, με μεγάλη τους έκπληξη κατάλαβαν ότι το κορίτσι, που έκλεψε την καρδιά του γιου τους ήταν η κόρη του παλιού αφεντικού του Δημητρού, του Αποστολίδη. Εκείνου του αξιοπρεπούς και ευγενικού ανθρώπου, που με τόση ζεστασιά και μεγαλοψυχία τους στάθηκε τα πρώτα δύσκολα χρόνια τους στο Αιβαλί.
Κατασυγκινημένοι ο Δημητρός και η Ελένη έδωσαν με περισσή χαρά την ευχή τους στο παιδί τους να προχωρήσει με τη γυναίκα, που διάλεξε να σταθεί συνοδοιπόρος στη ζωή του.
Όλο εκείνο το βράδυ ο Εμμανουήλ για πρώτη φορά άκουσε την ιστορία με τον Αποστολίδη και αγάπησε ακόμη πιο πολύ τη Διώνη, γιατί ποτέ της δε μίλησε για την κοινωνική τους θέση ούτε και την τεράστια περιουσία του πατέρα της. Κάτι βέβαια εκείνος είχε καταλάβει τη μέρα, που την πρωτόδε, όπως και όταν είδε το πατρικό της, αφού ξεκάθαρα όλα έδειχναν πως επρόκειτο για την οικογένεια ενός ανθρώπου αξιόλογου και επιφανούς.
Συμφωνήσανε πατέρας και γιος, μετά την Πρωτοχρονιά, να πάει ο Δημητρός να βρει τον Αποστολίδη. Λυπόταν πολύ, που όλο αυτό τον καιρό ξεκόψανε, αν εξαιρέσει κανείς τις ελάχιστες φορές, που τυχαία οι δυο άντρες, συναντήθηκαν στο δρόμο. Όπως το είπε, έτσι και το έκανε ο Δημητρός.
Νωρίς μια μέρα του κρύου και βροχερού Γενάρη κίνησε για το εργοστάσιο του Αποστολίδη.
Τον βρήκε στα γραφεία του, στο μεγάλο δρόμο, όπως τα ήξερε από παλιά, ξέχωρα από τις αποθήκες και επάνω από το εργαστήρι, που τώρα πια είχε γίνει ολόκληρο εργοστάσιο. Τον αναγνώρισε αμέσως ο Αποστολίδης, δεν πέρασαν δα και τόσα χρόνια, ώστε η θωριά του να αλλάξει τόσο πολύ. Ούτε και ο Δημητρός είδε πάνω του έντονα τα σημάδια, που επιφέρει η φθορά του χρόνου. Λιγερόκορμος και ψηλός έστεκε ακόμη. Μόνο τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει λίγο και κάποιες ρυτίδες, ρηχές αυλακιές, παράσημα του χρόνου, στόλιζαν το μελαμψό πρόσωπό του με το ζεστό χαμόγελο και το καλά περιποιημένο του μουστάκι.
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά. Μίλησαν για τα παλιά, για τις δουλειές τους τις τωρινές, για τις οικογένειές τους. Τότε ήταν που έμαθε ο Δημητρός για τον άδικο χαμό της γυναίκας του Αποστολίδη και πως μόνος του εκείνος είχε μεγαλώσει την κόρη του, την αφέντρα του σπιτιού και της καρδιάς του, αφού δεν ξαναπαντρεύτηκε. Πάνω εκεί έπιασε το νήμα ο Δημητρός και έφερε την κουβέντα κατά εκεί, που επιθυμούσε. Για το δικό του παλικάρι άρχισε να του μιλά και φυσικά για τον βασικό λόγο της επίσκεψής του.
Ταράχτηκε ο Κωνσταντίνος Αποστολίδης με τα νέα του Δημητρού, όχι μόνο γιατί δεν γνώριζε τίποτα για τα καμώματα της κόρης του, τον πλήγωσε η αλήθεια ήταν πολύ αυτή η είδηση, καθώς πίστευε πως τα έλεγαν όλα οι δυο τους μεταξύ τους, αλλά γιατί η Διώνη του ήταν μια σταλιά κορίτσι ακόμη. Είχε δεν είχε κλείσει τα δεκαοχτώ της χρόνια και η όλη ζωή ήταν μπροστά της και την καλούσε να τη χαρεί χωρίς δεσμεύσεις, υποχρεώσεις και έγνοιες, αφού με όσο καλούς οιωνούς και συνθήκες ξεκινούσε ένας γάμος, δεν μπορούσαν εκείνες να λείψουν.
Επέστρεψε στο σπίτι του αρκετά προβληματισμένος ο Αποστολίδης και κλείστηκε στο γραφείο του, ζητώντας από τον οικονόμο του να μην τον ενοχλήσει κανείς, ειδικά η κόρη του. Ήθελε να μείνει μόνος, να σκεφτεί για εκείνη και το μέλλον της και, όταν θα αισθανόταν έτοιμος, θα την αναζητούσε ο ίδιος.
Έβαλε ένα ποτό στο ποτήρι και κάθισε στο γραφείο του. Έφερε κοντά του τη φωτογραφία της γυναίκας του, εκείνη που της έβγαλε ο φωτογράφος, που έφερε στο σπίτι τους, λίγες μέρες μετά τον γάμο τους. Εκείνη η μία και μοναδική φωτογραφία της, μέσα στην κορνίζα από ασήμι, πάντα τον συντρόφευε, όταν ένοιωθε τη μοναξιά να του λιγοστεύει τον αέρα μέσα του, μα προπάντων όταν έπρεπε να πάρει μια απόφαση σοβαρή, αφού, όσο ζούσε η μακαρίτισσα, αν και δεν το συνήθιζαν στον κύκλο τους και όχι μόνο, μια και η γυναίκα θεωρούνταν πως έπρεπε να στέκει στη σκιά του άντρα της, βήματα πολλά πίσω από αυτόν, ωστόσο εκείνος πάντα της ανοιγόταν και ζητούσε και τη γνώμη τη δική της για ό,τι έπρεπε να αποφασίσει, είτε εκείνο είχε να κάνει με υποθέσεις εμπορικές είτε με θέματα του σπιτιού του.
Δάκρυσε όταν αντίκρυσε το βλέμμα της το ζεστό και το χαμόγελό της το γλυκό και μόνο τότε συνειδητοποίησε τι ήταν εκείνο που τόση ώρα το αισθανόταν να πιέζει το στήθος του και δεν τον άφηνε να χαρεί με τη χαρά της κόρης του. Γιατί έπρεπε να το παραδεχτεί στον εαυτό του, τον τελευταίο καιρό την ένοιωθε τη Διώνη του να πετά στα ουράνια, είχε ανθίσει εκείνη και γελούσε σαν μέρα Μαγιού ολόδροση και φωτεινή. Εκείνος όμως, δυστυχώς, δεν είχε καταφέρει να διαβάσει τα σημάδια επάνω της, γιατί απλά δεν το ήθελε, τώρα το είχε καταλάβει, γιατί σκεφτόταν τον εαυτό του!
Ο φόβος μήπως και εκείνη είχε την ίδια τραγική μοίρα με τη μάνα της και την έχανε, όπως έχασε και εκείνη, στη γέννα επάνω, του έσφιγγε την καρδιά μέσα του και δεν τον άφηνε να δει το προφανές. Μα κανείς δε γνωρίζει τι του επιφυλάσσει το μέλλον, γι’ αυτό και πρέπει να χαιρόμαστε ό,τι καλό έρχεται κοντά μας και να μην ρωτάμε το πως και το γιατί! Το σήμερα, το τώρα είναι αυτό που έχει σημασία και που αξίζει να ασχολούμαστε και φυσικά να το ζούμε με όλη μας την ψυχή.
Όλα είχαν πια ξεκαθαρίσει μέσα του, αναγεννημένος όπως ο φοίνικας από τις στάχτες του, βγήκε από το γραφείο του ο Αποστολίδης και κατευθύνθηκε στην κάμαρα της κόρης του. Την έκλεισε στα δυο του χέρια μέσα και παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του, ζήτησε να του πει τα πάντα για τον νεαρό Αλεβιζάκη, θα έπρεπε κάτι να γνωρίζει και εκείνος για τον γαμπρό του, αυτό ήταν το δίκαιο και το σωστό, της είπε και εκείνη έκλαιγε σα μικρό παιδί, που του έδωσαν όλο τον παιχνιδόκοσμο να κρατά στα χέρια του.
Αν θέλει η νύφη και ο γαμπρός λέει η λαϊκή θυμοσοφία…., και τα αρραβωνιάσματα των δύο παιδιών κανονίστηκαν για την άνοιξη, που ο καιρός είναι στα κέφια του και η εντυπωσιακή αυλή του σπιτιού των Αποστολίδηδων μπορεί να υποστηρίξει και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία μια μάζωξη των δυο οικογενειών.
Τα αναπάντεχα ευχάριστα νέα διαδίδονται με την ταχύτητα του φωτός και ένας άνεμος αισιοδοξίας και χαράς πνέει για πρώτη φορά στα τιμημένα χώματα της Ιωνίας, αιώνες μετά την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς.
Το πρωί της 3ης Μαίου 1919 αποβιβάστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης τα πρώτα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα, μετά από συμμαχική εντολή. Σκοπός της παρουσίας του ελληνικού-συμμαχικού στρατεύματος ήταν αφενός να εξαναγκάσει την Τουρκία να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, όπως αυτές απέρρεαν από τη Συνθήκη του Μούδρου, αφετέρου να προστατεύσουν τις μειονοτικές ομάδες της περιοχής από τις αυθαιρεσίες και τις βιαιότητες των Νεότουρκων.
Κόσμος συνέρρεε από το πρωί στην προκυμαία της Σμύρνης, κρατώντας μπουκέτα λουλουδιών και άλλοι δάφνινα στεφάνια για τους στρατιώτες ελευθερωτές. Γαλανόλευκες, θαμμένες αιώνες τώρα στα πιο ανήλιαγα δωμάτια των σπιτιών και σε σεντούκια σκοροφαγωμένα, ξεδιπλώθηκαν ανακουφιστικά και με χάρη περισσή, σαν τα φύλα που ανοίγουν επιδέξια οι νοικοκυρές για τις πίτες τις λαχταριστές, και ανέμιζαν λυτρωτικά.
Η ίδια ατμόσφαιρα επικρατούσε και στο Αϊβαλί. Ζητοκραυγές, ενθουσιασμός, κόσμος που έτρεχε από δω και από κει να μάθει περισσότερα. Η προκυμαία στο λιμάνι με τα ζαχαροπλαστεία και τους καφενέδες γέμισε από λογής λογής κόσμο, που συνόδευαν τον καφέ ή το γλυκό τους με τα υπέροχα νέα.
Ντελάληδες και εφημεριδιπώλες δεν προλάβαιναν να ξεπουλούν τα φύλλα τους και με το χαμόγελο ως τα αυτιά να δίνουν τις τελευταίες και πιο φρέσκες ειδήσεις.
Και η φύση με το ολόλευκο φως του ήλιου, τις μυρωδιές και τα αρώματα των λουλουδιών και των μπουμπουκιασμένων δέντρων, εκείνο το μαγιάτικο πρωϊνό, ήταν σα να συμμετείχε στη χαρά και τη γιορτή των ανθρώπων.
Αυτό το κλίμα είπαν οι δυο οικογένειες, να εκμεταλλευτούν και τέλεσαν τα αρραβωνιάσματα των παιδιών τους την επομένη κιόλας των καλών ειδήσεων, που έφτασαν στην πόλη τους, και έσπευσαν την ίδια μέρα να ορίσουν και τα στεφανώματα.
Τον Οκτώβρη, του Αγίου Δημητρίου ανήμερα μεγάλη η χάρη του, που και οι ζέστες οι πολλές έχουν τελέψει και τα πουγκιά των ανθρώπων είναι γεμάτα από τις σοδιές, που έχουν ξεπουλήσει κανονίστηκε να γίνουν οι γάμοι του Εμμανουήλ Αλεβιζάκη και της Διώνης Αποστολίδη.
Το καλοκαίρι του 1919 πέρασε σαν το νεράκι, που κατεβαίνει από τα βουνά, καθώς λειώνουν τα χιόνια και οι πάγοι. Κανείς στις δύο οικογένειες, που σε λίγο καιρό θα ενωνόταν σε μία, δεν ασχολούνταν στα σοβαρά ούτε με τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις ούτε και με αυτά που γίνονταν στη μικρή τους πόλη. Για τις δύο οικογένειες, οι μέρες διαδέχονταν απλά η μια την άλλη με σημείο αναφοράς τον επικείμενο γάμο.
Το σπίτι, δώρο του πατέρα της Διώνης, ετοιμάστηκε κατά πως άρμοζε σε μια κόρη Αποστολίδη και περίμενε στωικά να δεχτεί στην αγκάλη του το νέο ζευγάρι και να στεγάσει την ευτυχία και την οικογένεια, που σε λίγο καιρό θα δημιουργούσαν.
Ο γάμος τους άφησε εποχή και όλοι εύχονταν στο ζευγάρι μακροημέρευση και καλοτυχία και φυσικά πολλούς απογόνους. Αν και μικρή η Διώνη γρήγορα προσαρμόστηκε στα νέα της καθήκοντα. Με σύνεση και ωριμότητα διαφέντευε το σπιτικό της, το αρχοντικό της καλύτερα, που υπήρξε εφάμιλλο και ακόμη καλύτερο του πατρικού της.
Ο Εμμανουήλ από την άλλη, μετά το πρώτο διάστημα από τους γάμους τους, περνούσε όλο και περισσότερο καιρό στις επιχειρήσεις. Με την ένωση της δικής του επιχείρησης με αυτή του πεθερού του οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του είχαν πολλαπλασιαστεί και διεκδικούσαν μεγαλύτερο μερίδιο της προσοχής και της ενασχόλησής του με αυτές.
Συνεχίζεται…
Εύα Χορόζη