Γενική

Η ομιλία του Χουσεϊν Ζεϊμπεκ για τον ενιαίο φόρο για τα ακίνητα


«Αποτελεί μέρος της επίθεσης της κυβέρνησης στους εργαζόμενους»
Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές
Ο ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων εντάσσεται πλήρως στη στρατηγική της κυβέρνησης , την συνολική επίθεση δηλαδή στους εργαζόμενους. Με την εφαρμογή των μνημονίων και της πολιτικής λιτότητας, η κυβέρνηση έχει καταφέρει τη δραστική μείωση των εισοδημάτων, αλλά και ταυτόχρονη μείωση των παροχών και υπηρεσιών του Κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, η φορολογική πολιτική δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τη φορολογία ως μηχανισμό που θα αναδιανείμει τα εισοδήματα προς όφελος των φτωχότερων στρωμάτων, η έως τώρα νομοθετική της δραστηριότητα παρουσιάζει μια απολύτως αντεστραμμένη εικόνα.
Με τους νόμους που έχει ήδη περάσει έχει αποδείξει ότι αντιλαμβάνεται τη φορολογία ως εργαλείο, αφενός για την κάλυψη των κενών του προϋπολογισμού, και αφετέρου για την αναδιανομή του πλούτου προς όφελος των πλουσίων. Το σημερινό νομοσχέδιο έρχεται να προστεθεί στους δύο φορολογικούς κώδικες που ψηφίστηκαν πριν από λίγους μήνες, και στις 20 φορολογικές διατάξεις που πέρασαν σε άσχετα νομοσχέδια τον τελευταίο χρόνο. Επιβεβαιώνει δηλαδή ξανά την πολιτική της κυβέρνησης να νομοθετεί φορολογικούς κώδικες και διατάξεις, κάθε φορά που αντιμετωπίζει πρόβλημα εσόδων, προκειμένου να επιτύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Και κάθε φορά βέβαια, τα ελλείμματα καλύπτονται με την ολοένα και αυξανόμενη φορολόγηση των πολλών, και ολοένα και μεγαλύτερη ελάφρυνση των λίγων. Έτσι, και ο νέος φόρος, στοχεύει στην περιουσία των πολλών. Συγκεκριμένα, ενώ μπορεί όντως να είναι ένας φόρος οριακά χαμηλότερος από το «χαράτσι» όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, είναι φόρος μόνιμος και όχι έκτακτος. Θα καλούνται δηλαδή οι πολίτες να τον πληρώνουν κάθε χρόνο, ακόμα και αφού επιτευχθεί η διαβόητη ανάπτυξη, σε επίπεδο 6,5 φορές υψηλότερο σε σχέση με τους προ-κρίσης φόρους, όσον αφορά τη μικρή και μεσαία περιουσία.
Πρόκειται δε για ένα φόρο που επιβαρύνει ιδιαίτερα την επαρχία και τις αγροτικές περιοχές. Αφενός, γιατί επιβαρύνει με σχεδόν διπλάσιο φόρο τις μονοκατοικίες, φορολογώντας ξεχωριστά το οικόπεδο από το κτίσμα, και μάλιστα με βάση τιμές ζώνης και αντικειμενικές αξίες που καμία σχέση δεν έχουν με την  πραγματική εμπορική αξία των ακινήτων. Ως αποτέλεσμα, φορολογούνται δυσανάλογα οι κάτοικοι μικρότεροι πόλεων και χωριών, όπου οι μονοκατοικίες αποτελούν τον κανόνα, όπως για παράδειγμα στα ορεινά χωριά της Ξάνθης. Έτσι, η υπερφορολόγηση των κατά κανόνα χαμηλής αξίας παλαιών ακινήτων, σε μια περιοχή με σχεδόν 90% ανεργία, συνεπάγεται την αδυναμία πληρωμής και θέτει σε κίνδυνο την ίδια την περιουσία των πολιτών.
Αφετέρου, και παρά τις προσπάθειες να παρουσιαστεί μια δήθεν υποχώρηση της κυβέρνησης στο ζήτημα των αγροτεμαχίων, ο φόρος που προκύπτει θα είναι τελικά μεγαλύτερος από τον αρχικό σχεδιασμό. Παρότι λοιπόν μειώθηκε ο φόρος ανά στρέμμα, διπλασιάστηκε ο συντελεστής για τις μονοκαλλιέργειες, που αφορά δηλαδή την πλειοψηφία των αγροτεμαχίων, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν σημαντικά τελικά τα αγροτεμάχια.
Παράλληλα ο νέος φόρος δεν προβλέπει ουσιαστικά καμία διευκόλυνση για αυτούς που αδυνατούν να πληρώσουν.
Δεν προβλέπει αφορολόγητο όριο, και δεν προστατεύει την πρώτη κατοικία.
Φορολογεί ακόμα και τα μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, δηλαδή εκείνα που δεν χρησιμοποιούνται και έως τώρα εξαιρούνταν από το «χαράτσι».
Θέτει προϋποθέσεις και κριτήρια εξαίρεσης εξωπραγματικά, αφού η συντριπτική πλειοψηφία όσων αδυνατούν να πληρώσουν έχουν οφειλές προς το δημόσιο, αλλά και ξεπερνά το όριο των 9000 το οποίο υπολογίζεται με βάση το τεκμαρτό και όχι το πραγματικό εισόδημα.
Αντίθετα, παρέχει μια σειρά από ελαφρύνσεις σε όσους κατέχουν ιδιαίτερα μεγάλη ακίνητη περιουσία. Πρώτον γιατί φορολογεί κάθε ακίνητο ξεχωριστά, και όχι την ακίνητη περιουσία στο σύνολό της. Δεύτερον γιατί δεν περιλαμβάνει την ανώτατη κλίμακα 2% του ΦΑΠ που ίσχυε μέχρι σήμερα. Και τρίτον, γιατί φορολογεί με διαφορετικό τρόπο, και φυσικά λιγότερο, τα νομικά πρόσωπα και τις οφ-σορ εταιρείες με πού μεγάλη ακίνητη περιουσία. Επιπλέον, επιφυλάσσει ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση για τους επενδυτές που αγοράζουν ακίνητα του Δημοσίου.
Επιπλέον, τίθενται και σοβαρά ερωτήματα, σχετικά με το στόχο που εξυπηρετεί αυτός ο νόμος, και πιο συγκεκριμένα η μείωση του φόρου μεταβίβασης. Σε συνδυασμό με την άρση απαγόρευσης των πλειστηριασμών, και με την πρόσθετη επιβάρυνση όσων ήδη αδυνατούν να πληρώσουν, δημιουργεί εύφορο έδαφος για την επίθεση στη μικρή ιδιοκτησία.
Συνολικά λοιπόν, πρόκειται για ένα φόρο ταξικό, που πλήττει-ξανά- τους εργαζόμενους, τους ανέργους, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, την μικρή και μεσαία περιουσία, αφήνοντας στο απυρόβλητο- ξανά- τον πλούτο.
Η πολιτική λιτότητας της κυβέρνησης επιβεβαιώνεται συστηματικά σε κάθε ένα νομοσχέδιο που έρχεται στη Βουλή. Είναι επιτακτική ανάγκη για την κοινωνία να σταματήσει άμεσα η καταστροφή, προτού τα αποτελέσματά της αποδειχθούν μη αναστρέψιμα.
Η δική μας πρόταση βασίζεται στην αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης. Προτείνουμε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, το οποίο θα φορολογεί μεν την ακίνητη περιουσία, αλλά με βάση τη φοροδοτική ικανότητα του καθενός. Προτείνουμε ένα περιουσιολόγιο, όπου θα καταγράφεται η ακίνητη περιουσία στο σύνολό της, με βάση τις πραγματικές και σημερινές αξίες, η οποία θα φορολογείται στο σύνολό της, και όχι ανά ακίνητο. Με υψηλό αφορολόγητο όριο, και έντονα προοδευτική  κλίμακα, έτσι ώστε να πληρώνουν αυτοί που πραγματικά έχουν και να ελαφρύνονται, ή και απαλλάσσονται, τα φτωχότερα στρώματα. Μία φορολογική πολιτική που θα φορολογεί τον πλούτο, και θα εντάσσεται σε ένα συνολικότερο σχέδιο αναδιανομής προς όφελος των εργαζομένων.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο